Bυθιστήκαμε ξανά στο “Μad Men”



22/09/2024 - 03:58

Σύμφωνοι, μια βασική διαφορά των σειρών από τις ταινίες, είναι ότι οι ταινίες άπαξ και γυριστούν γυρίστηκαν, αποτελούν έργα και όχι works in progress, με αποτέλεσμα η αξιολόγησή τους να είναι ασφαλής και επί συγκεκριμένου πεδίου, με αρχή, μέση και τέλος. Αντίθετα, ο μεγαλύτερος κίνδυνος των σειρών είναι ο ίδιος τους ο εαυτός, το πόσο αλλάζουν από κύκλο σε κύκλο, πόσο καταφέρνουν να διατηρήσουν τον χαρακτήρα τους, τη δυναμική τους, τη διαφορετικότητά τους, πόσο είτε εξακολουθούν να παραμένουν ζωντανές και γόνιμες είτε ανακυκλώνονται μέχρι να καταντήσουν σκιά της αρχικής τους ταυτότητας. Από εκεί και πέρα όμως, αν μια σειρά κερδίσει το πρώτο στοίχημα με τον χρόνο, το στοίχημα του μη εκφυλισμού της κατά τη διάρκεια της εξέλιξής της, δεν σημαίνει ότι έχει αυτομάτως κερδίσει και το δεύτερο, αυτό της αντοχής της στο πέρασμα του χρόνου και μετά την ολοκλήρωσή της.

Η επιστροφή στο “Μad Men” εννιά χρόνια μετά, με αφορμή την προβολή των επτά κύκλων του από το , στα δικά μου μάτια δεν κράτησε απλά ανέπαφη την ούτως ή άλλως πολύ υψηλή του αίγλη, αλλά την ανέβασε ακόμα περισσότερο. Και βλέποντάς το για πρώτη φορά όχι ανά σεζόν και ανά επεισόδιο, αλλά όλο μαζί απ’ την αρχή ως το τέλος του, ήταν έξτρα δώρο η αίσθηση της συνολικής αφήγησης, ενός συνολικού κόσμου 92 επεισοδίων και κοντά 70 ωρών, ενός κόσμου με ακαταμάχητη εθιστικότητα και σαγήνη. Και σε όποια θέση κι αν κατατάξει κανείς το “ βάσει των υποκειμενικών του κριτηρίων, πρόκειται πάντως για μια σειρά που ανήκει στην ελίτ της ελίτ. 

Σε μια ωραία σύμπτωση παύλα σκυταλοδρομία της χρυσής εποχής της τηλεόρασης, το “Mad Men” έκανε πρεμιέρα μόλις ένα μήνα μετά την προβολή του τελευταίου επεισοδίου των “Sopranos” και μας κράτησε συντροφιά από το 2007 ως το 2015. Σε αντιδιαστολή όχι μόνο με τους “Sopranos” αλλά και με άλλες κορυφαίες σειρές, το “Mad Men” δεν διακρίνεται μόνο για την πλήρη έλλειψη πυροβολισμών και δολοφονιών (αλλά και τη σχεδόν πλήρη έλλειψη σωματικής βίας), μα και για τη σχεδόν πλήρη έλλειψη μπινελικιών. Την πρώτη φορά που θα ακουστεί ένα “fucking” από έναν υφιστάμενό του, ο Ντον θα απαντήσει σχεδόν σκανδαλισμένος ότι δεν υπάρχει κανείς λόγος να χρησιμοποιείται τέτοια γλώσσα. Κι αν το πρώτο σκέλος (της έλλειψης φονικών) είναι θεματική επιλογή της σειράς, το δεύτερο (της έλλειψης κακών λέξεων) είναι μάλλον ένα ακόμα δείγμα της εποχής που η σειρά αποτυπώνει: ολόκληρη η δεκαετία του 1960 -από τις αρχές του 1960 ως τα τέλη του έτους 1970. 

alt

Και ναι, οι διαφορές αντιλήψεων και τρόπων κάνουν μπαμ, από τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία (αλλά και την εν εξελίξει μεταβολή στη θέση της), από τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών και το τι τους επιτρέπεται και τι απαγορεύεται, από το φυλετικό ζήτημα σε ένα μικρότερο βαθμό, από την αντιμετώπιση των ομοφυλοφίλων σε λίγο μεγαλύτερο, από το ασταμάτητο κάπνισμα όλων και παντού, από το ντύσιμο, τα κοστούμια, τα σακάκια που κουμπώνουν κάθε που οι άντρες σηκώνονται απ΄τις καρέκλες, αλλά και τη σταδιακή χαλάρωση των πραγμάτων ως τη μετεξέλιξη της φύσης της οικογένειας, όπως αυτή αποτυπώνεται στη διαφήμιση της αλυσίδας φαστ φουντ. Και επίσης καταγράφονται δια αντανακλάσεως, όπως αυτές φτάνουν στα αυτιά, στα μάτια και στην καρδιά των ηρώων, από την ψυχροπολεμική ένταση και τον φόβο των πυρηνικών, μέχρι και όλες τις έντονες κοινωνικές και πολιτικές αναταραχές της εποχής, με τις δολοφονίες των αδελφών Κένεντι και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, με τις εξεγέρσεις για τον πόλεμο του Βιετνάμ και τα πολιτικά δικαιώματα, αλλά και με τα πρώτα βήματα του ανθρώπου στη σελήνη.

Ωστόσο για μένα η πιο χαρακτηριστική -αν και αθόρυβη- σχετική σκηνή είναι η εξής: ο Ντον πάει για πικ νικ με την Μπέτι και τα παιδιά. Όταν τελειώνουν και τα μαζεύουν, τινάζουν την πετσέτα πετώντας όλα τα αποφάγια και τα σκουπίδια κάτω, σαν να είναι το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου, ακριβώς γιατί τα πιο φυσικά πράγματα του κόσμου είναι παιδιά κάθε εποχής και κάθε κουλτούρας. Κι όλος αυτός ο αναχρονισμός και ο αναδρομικός σκανδαλισμός και πολύ περισσότερο η αναδρομική καταδίκη για νοοτροπίες άλλων εποχών είναι τελικά ένα κακόγουστο, εκτός τόπου και εκτός χρόνου, καλαμπούρι.

alt

Και κάπου εδώ να πω πόσο εξοργιστικό και μαζί τρομακτικό είναι ότι έχει κοπεί ένα επεισόδιο, το τρίτο του τρίτου κύκλου, με τίτλο “My Old Kentucky Home”. Το ότι στο συγκεκριμένο επεισόδιο εισάγονται για πρώτη φορά κρίσιμοι χαρακτήρες (έχουμε την πρώτη συνάντηση της Μπέτι με τον Χάρι Φράνσις και την πρώτη συνάντηση του Ντον με τον Κόνραντ Χίλτον), έτσι ώστε βλέποντας τα παρακάτω επεισόδια να αναρωτιέσαι τι έχεις χάσει και πότε αυτοί εμφανίστηκαν, είναι το λιγότερο. Το ότι το “Μad Men” είναι μια μεγάλη ιστορία 92 επεισοδιων και εμείς βλέπουμε τελικά τα 91, σαν να πρόκειται για ένα σώμα στο οποίο δικαιούται να κάνει αποκοπές και εγχειρήσεις ο κάθε μεταλογοκριτής είναι κάπως σημαντικότερο. Το Νetflix δεν έχει κόψει απλά το επεισόδιο, αποσιωπεί και την ύπαρξή του, αριθμώντας διαφορετικά τα επεισόδια του τρίτου κύκλου, ο οποίος καταλήγει να έχει ένα λιγότερο. Δεν θα μπω καν στη διαδικασία να επιχειρηματολογήσω πόσο ηλίθιος είναι ο λόγος για τον οποίο έχει κοπεί, είναι κάτι πάρα πολύ χειρότερο από ηλίθιο όλο αυτό, είναι σε επίπεδο αρχής δυστοπικό.

Eν πάση περιπτώσει, το “Mad Men” παρακολουθεί την πορεία μιας μεσαίου μεγέθους διαφημιστικής εταιρείας της Madison Avenue. Μεσαίου πιο κοντά προς το μικρό όσον αφορά στα μεγέθη της, μεσαίου πιο κοντά προς το μεγάλο όσον αφορά στις προοπτικές της και το hype της. Κι αυτό σε καταλυτικό βαθμό λόγω του διευθυντή δημιουργικού της, του πολύ Ντον Ντρέιπερ. Ο Ντον όχι απλώς το έχει, αλλά ξέρει και να το πουλήσει: πρώτα παρουσιάζει στους πελάτες του – μεγάλες εταιρίες, καινοτόμες ιδέες, πείθοντάς τους ότι θα κάνουν γκελ στον κόσμο και στη συνέχεια αυτοί βλέπουν τις υποσχέσεις του να πραγματοποιούνται.

Το “Μad Men” είναι μια σειρά που η πλοκή της έχει πολύ λιγότερο να κάνει με δραματικές ανατροπές και πολύ περισσότερο με την ίδια την επαγγελματική και προσωπική ζωή των ανθρώπων, όσο αυτή μεταβάλλεται στη διάρκεια μιας δεκαετίας. Είναι μια σειρά που ενώ θα μπορούσε να πει κανείς ότι εκ πρώτης όψεως μοιάζει αργόσυρτη, τη χαρακτηρίζει τελικά η καταγραφή μιας διαρκούς κινητικότητας. Και μας παρουσιάζει δυο κατηγορίες κινητικότητας. Η πρώτη έχει να κάνει με την κινητικότητα των ανθρώπων: τον ρόλο του κάθε παίκτη στην επαγγελματική αρένα, με ανοδικές και καθοδικές πορείες, ενώ πολλές φορές για τους ίδιους ήρωες τα πάνω εναλλάσσονται με τα κάτω. Και την ίδια ώρα για τους σημαντικότερους ήρωες και ηρωίδες παρακολουθούμε και τις μεταβολές και τις αναταράξεις στα προσωπικά τους. Στη μεγάλη πλειοψηφία των επεισοδίων υπάρχουν μικρές σκηνές που διαδραματίζονται μέσα σε ασανσέρ, στο Μad Men οι άνθρωποι ανεβαίνουν και κατεβαίνουν τελικά νον στοπ.

Αλλά αν η πορεία των ανθρώπων έχει σκαμπανεβάσματα και αντιφάσεις και πισωγυρίσματα, η πορεία των εταιρειών είναι κάτι διαφορετικό. Εδώ, στη δεύτερη κατηγορία κινητικότητας, τα πράγματα κινούνται πιο προς μια κατεύθυνση, πιο νομοτελειακά, η νομοτέλεια του κεφαλαίου είναι εδώ. Διαρκείς εταιρικοί μετασχηματισμοί, συγχωνεύσεις, απορροφήσεις, διαρκής εταιρική κινητικότητα, αλλά το μεγάλο ψάρι θα τρώει το μικρό, όσο κι αν το μικρό θα προσπαθεί ματαίως να του ελιχθεί, κι ύστερα το μεγαλύτερο θα τρώει το μεγάλο, μέχρι το μεγαλύτερο ψάρι να χορτάσει. Αν μπορεί ποτέ να χορτάσει βέβαια.

alt

Αποστολή της διαφήμισης είναι να υπηρετήσει και να προωθήσει την κατανάλωση και τον καταναλωτισμό. Και ο καταναλωτισμός τι υπηρετεί άραγε με τη σειρά του; Επειδή η ζωή και η καθημερινότητα είναι γεμάτες με άγχη, φόβους, δυσκολίες, ανία, επειδή η ζωή και η καθημερινότητα είναι γεμάτες με όλα όσα δεν μας ικανοποιούν, τότε, με τα λόγια του Ντον: «Ο κόσμος αγοράζει πράγματα γιατί τον κάνουν να αισθάνεται καλύτερα». Αγοράζοντάς τα, παίρνει φιξάκια ανακούφισης, απόλαυσης, φυγής, ικανοποίησης. Και βασικά όχι μόνο όσοι ζορίζονται πολύ στην καθημερινότητά τους. Και οι υπόλοιποι αγοράζοντας πάλι κάτι υποκαθιστούν,  αγοράζοντας πάλι αισθάνονται καλύτερα. Είναι ένα σύστημα που λειτουργεί. Και που έχει κερδίσει. Και η διαφήμιση είναι εκεί για να βοηθήσει, πουλώντας ευτυχία, πουλώντας μια προσωπική σύνδεση. Γιατί, όπως επίσης λέει ο Ντον, το μυστικό δεν είναι να ξεκινάς ψάχνοντας τι μπορεί να θέλει το κοινό απ’ το προϊόν, αλλά απ’ το τι θέλεις εσύ που θα σχεδιάσεις τη διαφήμισή του, τι λέει καταρχάς σε σένα το προϊόν, πώς μπορείς να βρεις εσύ συνδέσεις μαζί του, ώστε πουλώντας αυτές τις συνδέσεις στο κοινό, να τους δίνεις κάτι απ΄τον εαυτό σου, κάτι ας το πούμε αληθινό.

Και με την εκ των υστέρων γνώση του πώς κύλησαν τα πράγματα, μπορούμε να σκεφτούμε ότι απ’ όλο το κλίμα αμφισβήτησης των πραγμάτων που υπήρχε στις ΗΠΑ και λόγω του πολέμου στο Βιετνάμ, τις φοιτητικές εξεγέρσεις κλπ, το οικονομικό αλλά και το γενικότερο σύστημα εξουσίας τελικά παρέμεινε αλώβητο και κάθε άλλη εντός εισαγωγικών επανάσταση πήγε λίγο πολύ κουβά (εκτός κι αν θεωρούμε ας πούμε ότι το όνειρο του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ έχει βρει την πλήρη πραγμάτωσή του). Την ίδια ώρα όμως που έξω η κοινωνία βράζει, στη διαφημιστική εταιρία εγκαθίσταται ένα τεράστιο κομπιούτερ για να υπολογίζει την αγορά διαφημιστικών χρόνων στα διάφορα κανάλια και άλλα ΜΜΕ, σύμφωνα με τις ανάγκες των πελατών της. Ήταν τα κομπιούτερ τελικά αυτά που θα άλλαζαν τον τρόπο ζωής των ανθρώπων στις επόμενες δεκαετίες, αυτά που θα έκαναν μια αναίμακτη και εντελώς φιλική και συμβατή προς το σύστημα επανάσταση.

Τα λεφτά κάθε άλλο παρά αρκούν για να λύσουν τα προβλήματά σου, το Mad Men μας το δείχνει με σαφήνεια, αλλά ταυτόχρονα ξέρει πάρα πολύ καλά πως όσο αλήθεια είναι αυτό, ταυτόχρονα είναι πάρα πολύ προτιμότερο να έχεις όλα τα υπόλοιπα προβλήματα έχοντας οικονομική άνεση παρά στερούμενός την. Τα λεφτά μετράνε. Ο πλούτος μετράει. Κεντρικοί ήρωες της σειράς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πουλιούνται, ανταλλάσσονται, εργαλειοποιούν προσωπικές τους τραγωδίες όπως τον θάνατο του πατέρα τους για να εξασφαλίσουν έναν ακόμα μεγάλο πελάτη, ξεφτιλίζουν την αξιοπρέπειά τους καθώς ντύνονται στανικά αγιοβασίληδες για να διατηρήσουν έναν μεγάλο πελάτη, δανείζουν το κορμί τους για λίγες ώρες μιας βραδιάς για να κλειστεί ένας ακόμα μεγάλος πελάτης κι ακόμα περισσότερο μια μετοχική θέση στην εταιρία, εκμεταλλεύονται καταχρηστικά τη συζυγική τους σχέση για να εξασφαλίσουν θέση σε εθνικής εμβέλειας τηλεοπτικό διαφημιστικό. Ο Μάθιου Γουάινερ μας τους δείχνει μάλλον τελικά με λιγότερο απαξιωτικό βλέμμα από όσους δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι λιγοστές απεικονίσεις της φτώχειας και της εξαθλίωσης είναι οι πιο αταίριαστες της σειράς. Το Μad Men είναι μια σειρά που ζει και αναπνέει στην επιτυχημένη πλευρά του αμερικάνικου ονείρου, όσο κι αν τη σχολιάζει, όσο κι αν οι ήρωές του έχουν τα διαφορετικά σκοτάδια τους.

Τα λεφτά νικάνε, ο καπιταλισμός νικάει. Μέχρι την τελική του νίκη στο αριστουργηματικό φινάλε, στην αριστουργηματική κατάληξη όλου αυτού του ταξιδιού, γιατί, ακόμα κι αν μάλλον κακώς αμφιταλαντευόμαστε για το αν είναι υπερβολικό να χαρακτηρίσουμε συνολικά το Mad Men ως αριστούργημα, το φινάλε του είναι αυτοτελώς καταλυτικό και σίγουρα ένα από τα σπουδαιότερα φινάλε που μας χάρισε ποτέ η τηλεόραση. Η προσωπική κατάληξη της ιστορίας του πρωταγωνιστή έρχεται και μετατρέπεται σε κάτι πολύ συνολικότερο και βαθύτερο, σε ένα σημείο αναφοράς.

Ο καπιταλισμός θα πάρει και θα πουλήσει ό,τι πιο αληθινό έχεις ως αίτημα κι εσύ και η εποχή σου. Δεν είναι δουλειά μόνο της τέχνης αυτό (που και τα έργα της σε ένα βαθμό καπιταλιστικά προϊόντα είναι, άλλα ας μην ανοίξουμε κι αυτή την κουβέντα). Ο τρόπος τώρα που θα το πουλήσει μπορεί να είναι μέσω ενός απλού διαφημιστικού σποτ, αλλά πέραν της αρτιότητας του σποτ σε όλους τους επιμέρους του τομείς, το καίριο, το σημείο τομής, είναι ότι, είτε παίρνοντας εντελώς συγκεκριμένα εσένα του Ντον Ντρέιπερ την αναζήτηση και το χάσιμο και το εσωτερικό ταξίδι μηνών, είτε όχι, το σύστημα είναι σε εγρήγορση για να ενσωματώσει το συγκεκριμένο υψιπετές μήνυμα και να το εκμεταλλευθεί, προκειμένου να πουλήσει ανθρακούχα αναψυκτικά.

alt

Το καίριο δηλαδή δεν είναι ποιος είχε τις κεραίες για να συλλάβει το μήνυμα, το ζητούμενο είναι ποιος έχει τις κεραίες για να το κάνει δικό του: ο καπιταλισμός. Που είναι μεγαλύτερος όχι μόνο από τη μεγάλη διαφημιστική σου εταιρία, Ντον, αλλά ακόμα κι από την Kόκα Κόλα. Δεν είσαι ξεχωριστός, Ντον, είσαι απλός ένα ικανό κοτόπουλο στη φάρμα με τα κοτόπουλα. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι φωτίστηκες τόσο ώστε εσύ να ξεχωρίσεις από κάθε άλλο κοτόπουλο, το είχες καταλάβει καλά από την αρχή. Το είχες καταλάβει αρνούμενος σθεναρά να πας στη μεγάλη εταιρία, το είχες καταλάβει βροντώντας τα απ’ αυτήν, δεν γίνεται να μην το καταλαβαίνεις και τώρα μέσα στη στιγμή της φώτισής σου. Δεν μπορείς να είσαι εσύ ο ξεχωριστός σε κάτι τόσο μεγάλο. Πιόνι είσαι. Αν η συναλλαγή μεταξύ σας είναι αμοιβαία επωφελής είναι κάτι άλλο. Τα μεγέθη της εκατέρωθεν ωφέλειας δεν είναι συγκρίσιμα, η συναλλαγή δεν είναι ισότιμη, αν δεν υπήρχες εσύ θα ήταν κάποιος άλλος, η δουλειά θα γινόταν εξίσου αποτελεσματικά, κάποιο άλλο πιόνι, με κάποιο άλλο κοτόπουλο.

Ξεχωριστό είναι το σύστημα. Χιπισμό και προοδευτισμό και παγκόσμια ειρήνη και συναδέλφωση θα πουλήσει. Όλες σας οι κοινωνικές αναζητήσεις κι όλη σου εσένα η προσωπική δυσαρμονία με τον κόσμο κι η αναζήτηση ελπίδας και νοήματος αναψυκτικά θα καταλήξουν να πουλάνε. Και αγοράζοντάς τα ο κόσμος θα νιώθει καλύτερα. Γιατί είναι νόστιμο αναψυκτικό. Γιατί κάτι ικανοποιεί τόσο την ώρα που το αγοράζει όσο και την ώρα που το πίνει. Κάτι συμβολικό αλλά και μαζί πραγματικό. Ο συνδυασμός τους τον κάνει να νιώθει καλύτερα.

Αν θα μπορούσα να βρω μια έννοια κλειδί για το “Mad Men” είναι η απληστία. Το ανικανοποίητο. Η βουλιμία. Το θέλω κι άλλο κι άλλο κι άλλο. Να επεκταθώ. Να ικανοποιηθώ πρόσκαιρα. Μέχρι να ζητήσω κι άλλο. Κινούμαστε άλλωστε μέσα σε ένα οικονομικό σύστημα που αυτό ακριβώς πρεσβεύει ως θεμέλιο λίθο του. Τη διαρκή ανάπτυξη, τη διαρκή επέκταση, τη διαρκή συσσώρευση, τo κυνήγι για το ακόμα μεγαλύτερο κέρδος. Και μετά κι άλλο κι άλλο κι άλλο. Χωρίς σταματημό. Και στο επίπεδο των καταναλωτών η απληστία και το ανικανοποίητο μεταφράζονται στο αγόραζε συνέχεια διαφορετικά και νέα και ελκυστικά προϊόντα. Μην σταματάς. Μην χορταίνεις. Στα διαφημίζουμε για να σου δείξουμε τι ικανοποίηση μπορούν να σου δώσουν.

Ένας συνεργάτης του έχει μόλις αυτοκτονήσει. Τα υπαρξιακά του Ντον χτυπάνε κόκκινο. Ρωτάει τους άλλους συνεργάτες του τι θα ήθελαν ιδανικά από τη δουλειά τους. Οι απαντήσεις τους του φαίνονται φτωχές. Απλά μεγαλύτερους πελάτες; Πάει με φούρια και οριακά αυτόκλητος να κάνει παρουσίαση σε μεγάλη εταιρεία χημικών. Δίνει μια παράσταση αλφαμεϊλοσύνης. Όταν του λένε ότι το μερίδιο τους στην αγορά είναι πολύ μεγάλο, εκείνος τους εξηγεί ότι δεν πάει έτσι, ότι πρέπει να πεινάνε διαρκώς για μεγαλύτερο. Μέχρι να τα πάρουν όλα. 

Και το θέλω διαρκώς και κάτι άλλο και δεν μου φτάνει αυτό που έχω συνεχίζεται και στο προσωπικό επίπεδο. Η ίδια άραγε κινητήρια δύναμη; Μια γυναίκα ακόμα, μια απιστία ακόμα, ένα ποτό ακόμα, η δίψα δε λέει να χορτάσει. Ο Ντον δεν θέλει να πληγώσει την πρώτη του γυναίκα, δεν θέλει να πληγώσει τη δεύτερη, δεν αδιαφορεί για τα συναισθήματα καμιάς από τις δύο, δεν είναι συνειδητά σκληρός απέναντί τους. Αλλά δεν του φτάνουν. Ποτέ δεν θα του έφταναν. Ποτέ δεν θα του έφτανε μόνο μία. Τι να φταίει άραγε; Να έχει να κάνει με το πώς μεγάλωσε και το ποιος στην πραγματικότητα είναι;

alt

O διπλός εαυτός, η επανεφεύρεση του εαυτού, ο Ντον Ντρέιπερ που ήταν κάποτε ο Ντικ Γουίτμαν, όπως ο Γουόλτερ Γουάιτ που στην πορεία έγινε ο Χάιζενμπεργκ στο “Βreaking Bad”, όπως ο Τζίμι ΜακΓκιλ που έγινε ο Σολ Γκούντμαν στο “Better Call Saul”. Θα μπορούσαμε να δούμε αυτά που κάνει ο Ντον ως απευθείας εξαρτημένα απ’ τα παιδικά του χρόνια, τα τραύματά του, τα βιώματά του. Η μητέρα του πόρνη που πέθανε στη γέννα, η μητριά του δεν του έδειξε ποτέ στοργή, στην εφηβεία του αναγκάστηκε να ζήσει σε σπίτι που στέγαζε παράλληλα και οίκο ανοχής. Ωστόσο όχι, νομίζω ότι δεν βρίσκεται εδώ κάποια καθοριστική εξήγηση. Γιατί δεν είναι τόσο διαφορετικός και τόσο εξαίρεση ως προς το ερωτικό κομμάτι ο Ντον. Στο πρότυπο των πολλών είναι. Η ερωτική του δίψα είναι κοινή. Και σε άλλους ήρωες της σειράς. Και στη ζωή. Ο Ντον έχει τη δυνατότητα να το κάνει. Και την αξιοποιεί. Σαν τα προϊόντα που αγοράζουμε για να μας κάνουμε να αισθανόμαστε καλύτερα. Και μας κάνουν. Και μετά δεν αρκούν.

«Τι βρήκες σε μένα; Ότι είμαι κάτι νέο και διαφορετικό ή ότι είμαι ακριβώς το ίδιο;», θα τον ρωτήσει μια κατάκτησή του. Δεν έχει απάντηση. Είναι η ώρα να της δώσει το όμως το πρώτο φιλί. Τόσο στο Ντον όσο και σε άλλους ήρωες και ηρωίδες της σειράς θα δούμε σε αυτά τα 92 επεισόδια πολλά πρώτα φιλιά να δίνονται. Και είναι πάντα αυτά τα ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν που κουβαλούν όλη την ένταση του κόσμου, γιατί πριν απ’ αυτά ο κόσμος δύο ανθρώπων είναι αλλιώς και αμέσως μετά μπαίνουν σε μια εντελώς διαφορετική μεταξύ τους διάσταση, έχουν ρομαντικά, αισθησιακά, ερωτικά αγοράσει ο ένας το προϊόν του άλλου, το πρόσωπο του άλλου, τη φιγούρα του άλλου, την αύρα του άλλου, την ιδέα του άλλου, την αίσθηση του άλλου, τώρα τα χείλια του άλλου και το σώμα του άλλου, το φιξάκι είναι εδώ, ο σκοπός της ζωής, η παρηγοριά της ζωής, η υπέρβαση της είναι εδώ, καθώς φιλιούνται για πρώτη φορά.

Ο Ντον είχε αλήθεια πιστέψει ότι τώρα, με τη Μέγκαν, στη δεύτερη ευκαιρία του, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Η δασκάλα της κόρης του παρουσιάζει μια εκδήλωση με τα παιδιά σε ένα πάρκο. Οι γονείς κάθονται σε καρέκλες. Ο Ντον κοιτάζει τη δασκάλα. Το χέρι του χαϊδεύει το χορτάρι.

Αλλά αν τον Ντον δεν τον καθόρισαν τα καταγωγικά του τραύματα ως προς την ερωτική δίψα, τον καθόρισαν πάντως ως προς την κοσμοθεωρία του: «Γεννιόμαστε μόνοι, πεθαίνουμε μόνοι και στο ενδιάμεσο μας πετάνε ένα σωρό κανόνες για να το ξεχάσουμε». Κανόνες στους οποίους αρνείται εξακολουθητικά να συμμορφωθεί. Έχει ένα διαρκές σαράκι που τον τρώει και έχει να κάνει με το πώς συνδέεται με τον κόσμο και με το πόσο αταίριαστος νιώθει. Ψυχική συνθήκη που του γεννά την ανάγκη να δραπετεύει ξανά και ξανά. Να ξαναγίνεται ο Ντικ. Να μην ξέρει όχι ακριβώς ποιος στα αλήθεια είναι, αλλά τι ακριβώς κάνουμε οι άνθρωποι εδώ. Κι όσο κι αν, παρόλη τη ματαιοδοξία του και παρόλη τη σιγουριά που εκπέμπει προς τα έξω, κατά βάθος θεωρεί ότι με τη δουλειά του δεν έχει πετύχει κάτι πραγματικά σημαντικό, είναι πάντως τελικά στη δουλειά του που εντοπίζοντας ένα συναισθηματικό πυρήνα και μια ψυχική σύνδεση με τα προϊόντα που διαφημίζει, ίσως και να καταφέρνει να δίνει κάποιες απαντήσεις στο τι κάνουμε οι άνθρωποι εδώ, όπως στη διαφήμιση της Κόντακ.

Υπάρχει ίσως το εξής μεροληπτικό παράδοξο στο “Μad Men”: ο τρόπος απεικόνισης της Πέγκι. Σαν η επιλογή της να δώσει το παιδί που γέννησε και μετά περίπου να το ξεχάσει, να κάνει και τον Μάθιου Γουάινερ και μαζί κι εμάς να το ξεχάσουμε εξίσου περίπου. Θα το θυμηθούμε σπανίως και σποραδικά. Και θα είμαστε σχεδόν πάντα με το πλευρό της, θα θέλουμε πάντα να πετυχαίνει, θα θέλουμε πάντα να συνεχίσει να ανεβαίνει επαγγελματικά, θα θέλουμε πάντα να βρει μια πλήρωση και στην προσωπική της ζωή, θα την έχουμε τελικά πάντα στο μυαλό μας και στην καρδιά μας ως μια πάρα πολύ ταλαντούχα και ταυτόχρονα πάρα πολύ εργατική και αφοσιωμένη στη δουλειά της νέα γυναίκα, που κατακτά έναν ανδροκρατούμενο χώρο.

alt

Δεν γίνεται να μην είσαι με την Πέγκι, δεν γίνεται να μην ταυτίζεσαι με το ατόφιο ταλέντο που εκπροσωπεί, το αληθινό ταλέντο όμως, το ταλέντο που δεν επαναπαύεται στο δυναμικό του, αλλά δουλεύει σαν σκυλί για να φέρει το δυναμικό του στο βέλτιστο δυνατό σημείο του. Γιατί την ενδιαφέρει αυθεντικά η εξόρυξη της καλύτερης δυνατής ιδέας για την κάθε διαφήμιση. Η Πέγκι λατρεύει αυτό που κάνει. Και θα ήθελε να της αναγνωρίζουν διαρκώς και εμπράκτως πόσο καλή είναι. Και η σχέση της με το Ντον, αυτό το μεντοριλίκι, αυτός ο αμοιβαίος θαυμασμός και αγάπη, αλλά και το αμοιβαίο παράπονο για την αναγνώριση του ρόλου του καθενός στην επιτυχία του άλλου, αυτή η διαρκής αλληλεπίδραση που περνά από σαράντα κύματα, αλλά τελικά στον πυρήνα της έχει έναν άνθρωπο που είναι εξαιρετικός στη δουλειά του ο οποίος βρίσκει έναν νεότερο άνθρωπο που είναι εξαιρετικός στην ίδια δουλειά και αρχίζουν να προχωράνε μαζί.

Και ναι, ίσως δεν είναι ακριβώς μεροληψία, ο Γουάινερ βάζει την Πέγκι να πει σε μια στιγμή ότι αν ήταν άντρας δεν θα μας έκανε τόσο εντύπωση η συμπεριφορά της και οι επιλογές της για το πώς θα ζήσει τη ζωή της. Και αν η Πέγκι είναι η γυναίκα που ανοίγει η ίδια τον επαγγελματικό της δρόμο, η Μπέτι είναι ίσως η αντίθετη όψη της: Η Μπέτι γεννήθηκε και ενηλικιώθηκε ακριβώς πάνω στο μεταίχμιο. Στην προηγούμενη γενιά από εκείνη, το φυσιολογικό και αναμενόμενο από μια γυναίκα ήταν να μεγαλώνει τα παιδιά και να ασχολείται με το σπίτι. Στην επόμενη γενιά, το φυσιολογικό και αναμενόμενο από μια γυναίκα ήταν να βγει στον επαγγελματικό στίβο. Η δική της ήταν στο ανάμεσα.

Η Μπέτι είναι αυτή που έμεινε σπίτι. Και τελικά η πηγή όλου της του άγχους και της δυσθυμίας και της ανίας είναι αυτή. Όταν απολύεται ο Φρέντι αναρωτιέται: Ποιος θα είμαι αν δεν πηγαίνω κάθε μέρα στο γραφείο; Η αντιδιαστολή σπιτιού – δουλειάς. Το Μad Men είναι κατεξοχήν μια σειρά που ζει κι αναπνέει στα γραφεία της εταιρείας. Το εργασιακό περιβάλλον, το γραφείο ως έννοια και πραγματικότητα. Το ότι πρέπει να πηγαίνω κάθε πρωί εκεί, δεν μου δίνει μόνο μισθό, μου δίνει ένα ρυθμό ζωής, μια κυκλικότητα. Η καθημερινή συναναστροφή με συναδέλφους, παλιούς και νέους. Στο γραφείο προφανώς θα περνάω και ώρα εντελώς μη παραγωγική, αλλά είμαι και υπόλογος, με βλέπουν, θα πρέπει κάποια στιγμή να παράγω κι έργο.

Και συνολικά ένας βασικός άξονας του “Μad Men” έχει να κάνει με την επαγγελματική πορεία, με το πώς φέρεσαι απέναντι στο όποιο ταλέντο έχεις, με το πώς φέρεσαι απέναντι στα ντεζαβαντάζ σου ή στα προνόμια σου. Ο Ντον έρχεται από όσο πιο χαμηλά γίνεται, η Πέγκι και η Τζόαν έρχονται από λιγότερο χαμηλά, αλλά πάντως όχι από λεφτά, όχι από προνόμια κι επίσης είναι και γυναίκες, και έπρεπε να βρουν τρόπο να υπερβούν τον ρόλο που κανονικά τους αναλογούσε. Ο Ρότζερ και ο Πιτ πάλι έρχονται από λεφτά και προνόμια, αλλά δεν έχουν την ίδια εργασιακή ηθική. Ο Ρότζερ είναι ένα «μεγάλο παιδί». Πίνει, γκομενίζει, ενίοτε δίνει και καμία λύση, αλλά βασικά έχει στρογγυλοκαθίσει πάνω σε αυτά που του δόθηκαν. Ο Πιτ πάλι το κυνηγάει διαρκώς. Όχι πάντα με ωραίους τρόπους, αλλά πάντως το κυνηγάει διαρκώς. Αλλά ούτε αυτό αρκεί πάντα. Για παράδειγμα ο γιατρός – σύζυγος της Τζόαν. Τα έκανε όλα σωστά. Σπούδασε, δούλεψε, αφιερώθηκε, όλα κομπλέ. Κι όταν έφτασε να γίνει χειρουργός, απλά τα χέρια του δεν. Δεν αρκεί να τα κάνεις όλα σωστά. Πρέπει και να το ΄χεις. Κι αν δεν το ΄χεις, υπάρχει κι ο Κασίδης που πάει στον πόλεμο.

Ύστερα υπάρχει η περίπτωση του Κεν. Έχει αποδεδειγμένα ταλέντο συγγραφικό. Προτιμά να μην του αφιερωθεί ποτέ. Ακόμα κι όταν έρχεται η ευκαιρία, θα προτιμήσει να διαχειρίζεται λογαριασμούς και να κάνει μπίζνες. Ο Κεν είναι συγγραφέας. Αλλά ταυτόχρονα επιλέγει να μην είναι. Είναι συγγραφέας ως φύση, όχι όμως ως επιλογή, άρα τελικά δεν είναι συγγραφέας. Δες τέλος την ειρωνεία με τη Μέγκαν. Δείχνουμε και ξαναδείχνουμε πόσο καλός είναι ο Ντον και πόσο καλή η Πέγκι και έρχεται ξαφνικά η Μέγκαν και τα σαρώνει όλα άκοπα. Αλλά δεν τη νοιάζει. Αλλά δεν είναι αυτό που θέλει για καριέρα. Αλλά εκείνη θέλει άλλα. Και μιλώντας για τη Μέγκαν, μπορούμε να κάνουμε μια βαθιά υπόκλιση για το πώς για ένα ολόκληρο κύκλο την βλέπουμε με τον πιο διακριτικό, περιστασιακό και τριτεύοντα τρόπο. Δεν πάει με τίποτα ο νους μας ότι εδώ θα γίνει κάτι με αυτόν τον χαρακτήρα. Δεν θα μας κλειστεί κανένα μάτι. Αυτή είναι εισαγωγή ηρωίδας. Θα έλεγα ότι πρέπει να διδάσκεται, είμαι όμως σίγουρος ότι προφανώς και θα διδάσκεται.

alt

Ας κλείσουμε με το ερώτημα των ερωτημάτων. Και τελικά τι; Γιατί γίνονται όλα αυτά; Τι ζητάμε στα αλήθεια; Τι μας λείπει στα αλήθεια; Αν ο καταναλωτισμός προϊόντων ή ρομάντζων είναι μόνο ένα προσωρινό υποκατάστατο ικανοποίησης, υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να ελαφρύνει τα υπαρξιακά μας άγχη; Η αγάπη; Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη;

Έχουμε ζήσει 92 επεισόδια με πρωταγωνιστή έναν άντρα που όλοι τον κοιτάνε και δεν μπορούν να πάρουν τα μάτια του από πάνω τους και στο ενενηκοστό δεύτερο εμφανίζεται απέναντί του ένας γκρίζος αντιτουριστικός άντρας, με φαλάκρα και ζακετάκι. Νιώθει ότι δεν τον κοιτάει ποτέ κανείς. Ούτε η ίδια του η οικογένεια σπίτι. Αλλά είναι έτσι; Ή είναι κάτι πιο παρήγορο απ’ τη μία, πιο επώδυνο απ’ την άλλη; «Θα έπρεπε να με αγαπούν. Θέλω να πω, μπορεί και να το κάνουν, αλλά δεν ξέρω καν τι είναι. Περνάς όλη σου τη ζωή νομίζοντας ότι δεν εισπράττεις αγάπη, ότι οι άνθρωποι δεν σου δίνουν αγάπη. Και μετά συνειδητοποιείς ότι προσπαθούν κι εσύ δεν ξέρεις καν τι είναι η αγάπη». Αγάπη: μια ιστορία παρεξηγήσεων. Αλλά άλλοτε και μια ιστορία εξηγήσεων και διαύγειας: όταν ακόμα η Πέγκι γούσταρε τον Πιτ, του λέει στην αρχή ήσουν εδώ και μετά ήσουν όλο και πιο λίγο, όλο και πιο λίγος, δεν ξέρω πού πήγε αυτό, ξέρω όμως ότι δεν θα ξαναγυρίσει. Ποιο είναι το αντίδοτο στην έλλειψη αγάπης και τη μοναξιά; Τρεις διαδοχικές γάτες που θα ζήσουν 13 χρόνια η καθεμία; Ή εκείνο το γέρικο ζευγάρι, που θα δούμε στο εντελώς άκυρο στο τέλος ενός επεισοδίου, με τον παππού να ρωτά τη γιαγιά αν έφερε με τα υπόλοιπα ψώνια τα αχλάδια που της ζήτησε;

Είναι όλα αυτά το αντίδοτο στην ακόρεστη ερωτική δίψα του Ντον; Είναι όλα αυτά υπέρτερα του ρομαντισμού ενός ακόμα πρώτου φιλιού; Κι αν η αντιδιαστολή της ερωτικής απληστίας με τη συντροφική αγάπη παραμένει ακόμη προς επίλυση, αν εκεί υπάρχει πάντα ο αστερίσκος του τι είναι άραγε το φυσιολογικό και τι το φυτευμένα καταπιεστικό και αν εκτός απ’ το τι είναι αυτό που το λένε αγάπη, πρέπει να αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που το λένε μονογαμία και ποιος το σκέφτηκε ως σύμφυτο της αγάπης, απόδειξή της και προϋπόθεσή της, η απληστία που λέγεται καπιταλισμός τα έχει λυμένα όλα: New day. New ideas. A new you. Διαλογισμός. Καμπανάκι. Χαμόγελο με κλειστά μάτια. Ι ‘d lικe to buy the world a home and furnish it with love. I’d like to buy the world a Coke and keep it company.

alt

 

Adblock test (Why?)

Πηγή: elculture


Σχετικά άρθρα


Δημοσίευση από , Βρίσκεται στις κατηγορίες Πολιτισμός και Ψυχαγωγία

Σχολιάστε το άρθρο

*


Γκαλερί

Σχεδιασμός από MOD creative studio