«Ο Διάβολος Φοράει Prada 2» του Ντέιβιντ Φράνκελ: Ο διάβολος κρύβεται στις ζάρες
21/05/2026 - 16:40
Όταν είκοσι χρόνια πριν, στο 2006 και στο πρώτο «Ο Διάβολος Φοράει Prada», η Αν Χάθαγουεϊ πετούσε το κινητό της σε εμβληματικό παριζιάνικο συντριβάνι, ως ένδειξη απελευθέρωσής της από τo αφεντικό της αλλά και τον κόσμο της βιομηχανίας μόδας στον οποίο είχε μπει, το ανθρώπινο είδος βρισκόταν κάπου αλλού. Το να πετάξεις το κινητό σου σήμαινε ότι πετούσες μια συσκευή, που, ναι, μπορεί να ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη ως και απαραίτητη, ήταν όμως τότε ακόμη απλώς μια συσκευή επικοινωνίας με τον υπόλοιπο κόσμο. Δεν ήταν η ίδια κόσμος, δεν περιείχε μέσα της τον κόσμο σου. Ποτέ των ποτών ένας άνθρωπος δεν θα έκανε κάτι αντίστοιχο σήμερα, εκτός κι αν η κίνησή του δεν σηματοδοτούσε μόνο την απελευθέρωση από μια δουλειά, μια σχέση, έναν τομέα, αλλά ήταν συνολικότερη, ριζικότερη, επαναστατική και ξεκινούσε να ζει σχεδόν εκτός κοινωνίας.
Κάπως έτσι τελικά κάθε ταινία περιγράφει την εποχή της, όχι με όσα συνειδητά προσπαθεί να χωρέσει μέσα της (και το «Ο Διάβολος Φοράει Prada 2» καταβάλει όντως μεγάλη προσπάθεια, καθώς διακατέχεται και από το άγχος της επικαιροποίησης της ιστορίας του και της ένταξής του στο σήμερα), αλλά με όσα δεν βλέπει καν, θεωρώντας τα αυτονόητα, ντεκόρ και οχήματα της πλοκής της.


Από εκεί και πέρα κι αφού το πιάσαμε από το συμβολικό πέταγμα του κινητού, το «Ο Διάβολος Φοράει Prada» δεν έγινε η επιτυχία που έγινε επειδή ήταν μια ταινία που ήθελε να καταγγείλει πρόσωπα και πράγματα. Αντιθέτως επένδυσε πάνω σε ιδιότροπα παύλα κακότροπα πρόσωπα (τα οποία αν τα υποδύεται η Μέριλ Στριπ και βασίζονται εν πολλοίς στην περσόνα της Άννα Γουίντουρ της Vogue, μετατρέπουν τον εργασιακό σαδισμό σε κινηματογραφική νοστιμιά) και λαμπερά πράγματα και ρούχα και αξεσουάρ και παπούτσια- και η επένδυσή της απέδωσε και με το παραπάνω. Ωστόσο δεν ήταν μόνο αυτό, είχε να πει και κάτι άλλο: ότι το να κάνεις μια δουλειά την οποία αρχικά κοιτάς αφ’ υψηλού, θεωρώντας ότι την κάνεις μόνο για τον μισθό σου, και στην πορεία να σε παρασύρει και να σε κάνει ψυχή τε και σώματι δικό της, με αποτέλεσμα να αρχίσει να σε αλλάζει και να σε μετατρέπει σε κάποιον άλλον, είναι κάτι που μπορεί να συμβεί. Είναι μια διαδικασία αφομοίωσης και κομφορμισμού που έχει περιγράψει αριστοτεχνικά (και σε παρά πολύ πιο σκοτεινό τόνο) «Ο Δρόμος της Επανάστασης» (τόσο η ταινία του Σαμ Μέντες και το μυθιστόρημα του Ρίτσαρντ Γέιτς στο οποίο βασίζεται).
Όχι ότι δεν επικρατούσε και στο αρχικό «Ο Διάβολος Φοράει Prada» μια γλυκερότητα, όχι ότι τελικά όσο σκύλα κι αν ήταν η Μιράντα της Μέριλ Στριπ, δεν επικρατούσε και το «Έλα μωρέ όλοι καλοί είμαστε κατά βάθος, αχού τι σκυλάκι είναι αυτό που όλο γρυλλίζει, έλα να σου κάνω λίγα χάδια μωρέ», αλλά ενώ αυτό ήταν και το γενικό περίβλημα και το τελικό απόσταγμα, υπήρχε πάντως ένα κάποιο διακύβευμα, υπήρχαν μερικές σκόρπιες δαγκωματιές εδώ κι εκεί, υπήρχε ένα αποτύπωμα από τα δόντια της στο δέρμα και την καρδιά του Στάνλεϊ Τούτσι. Ακόμα όμως κι αν στην πρώτη ταινία κάπως όλα έκλειναν, κάπως όλα τακτοποιούνταν, στο σίκουελ υπάρχει μια τακτοποίηση από την αρχή ως το τέλος. Είναι μια ταινία σχεδιασμένη για να περάσεις ωραία και να νιώσεις καλά, αλλά το πρόβλημα είναι ότι για να περάσεις στα αλήθεια ωραία και να νιώσεις στα αλήθεια καλά, πρέπει να υπάρχει από κάτω λίγη τραχύτητα, κάτι που να προσπαθεί να σε ξεβολέψει τόσο όσο, για να έχει μετά και το βόλεμα την αξία του. Ακόμα κι αν ο σκοπός είναι στο τέλος να νιώσουμε ζεστασιά, θαλπωρή, παρηγοριά, ασφάλεια, πρέπει να έχει προηγηθεί κάποιου είδους ψυχρούλα.


Εν πάση περιπτώσει, στα χρόνια που ακολούθησαν τα γεγονότα της πρώτης ταινίας, η Άντι της Αν Χάθαγουεϊ υπήρξε συνεπής, την ακολούθησε την κανονική δημοσιογραφική καριέρα που ονειρευόταν, ερευνητική δημοσιογραφία κι όλα αυτά, και δεν πήγε και χαμένη, αναγνωρίστηκε, να την τώρα που βραβεύεται κιόλας. Πάντα έδειχνε αυτό το κορίτσι ότι θα ξεχώριζε. Ακριβώς όμως τη στιγμή που βραβεύεται ανακοινώνουν μαζικές περικοπές στο έντυπο ΜΜΕ που εργαζόταν. Δύσκολοι καιροί για έντυπα, δύσκολοι καιροί για απαιτητική δημοσιογραφία, δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες και πριγκιποπούλες, εκτός βέβαια κι αν είσαι ο CEO του παρακλαδιού του ομίλου που έχει το έντυπο, οπότε θα πάρεις ένα μπόνους εκατομμυρίων τα οποία για σένα περισσεύουν, για να διατηρήσουν θέσεις εργασίας όχι. Η Χάθαγουεϊ λοιπόν την τρώει τη σφαλιάρα της και η Μέριλ Στριπ τρώει ταυτόχρονα τη δική της: το περιοδικό της είχε υμνητικό αφιέρωμα σε μια αλυσίδα που αποδείχτηκε ότι χρησιμοποιούσε για τα ρούχα της sweatshops (εργασιακά κάτεργα στον τρίτο κόσμο για φτηνή παραγωγή υλικών). Στον κόσμο ταινιών τέτοιου είδους δυο προβλήματα οδηγούν σε μια λύση, οπότε η αίφνης άνεργη δημοσιογράφος καλείται να έρθει να αποκαταστήσει με το κύρος της την αίφνης χαμένη ακεραιότητα του περιοδικού, το οποίο κινδυνεύει λόγω του σκανδάλου να χάσει τους διαφημιστές που το συντηρούν. Δεν την καλεί η Μέριλ Στριπ, αντίθετα ισχυρίζεται ότι δεν θυμάται καν ποια είναι. Toυλάχιστον τη θυμάται ο Στάνλεϊ Τούτσι που παραμένει στο πλευρό της Στριπ, σαν να μην πέρασε μια μέρα και η Έμιλι Μπλαντ, που έχει στο μεταξύ προκόψει και με το παραπάνω στη ζωή της, καθώς από βοηθός της Στριπ έχει πια θέση κλειδί στον Dior, ενώ έχει βρει και τον μαικήνα της στο πρόσωπο ενός ζάμπλουτου επιχειρηματία της Σίλικον Βάλεϊ.


Μετά είκοσι έτη λοιπόν, μπροστά και πίσω από την κάμερα θα βρούμε τους ίδιους βασικούς συντελεστές. Η σκηνοθεσία είναι πάλι του Ντέιβιντ Φράνκελ και το σενάριο πάλι της Αλίν Μπρος ΜακΚίνα (αν και αυτή τη φορά όχι βασισμένο στο βιβλίο της Λόριν Γουάιζμπεργκερ), ακόμα και η διεύθυνση φωτογραφίας και η μουσική υπογράφονται από τους συντελεστές της πρώτης ταινίας. Όσο για τους ηθοποιούς, τους αναφέραμε ήδη, είναι και οι τέσσερις τους ξανά εδώ. Η Μέριλ Στριπ θα επιστρέψει με τη γνωστή της στόφα στον ρόλο της Μιράντα και, ΟΚ, ωραίο είναι πάντα να τη βλέπεις να κάνει τα δικά της, αλλά, καθώς είναι πια 77 ετών, χρειάζεται και δικαιούται μερικούς μεγάλους ρόλους ακόμα, το Χόλιγουντ και ο εκτός Χόλιγουντ κινηματογράφος της οφείλουν μερικούς μεγάλους ρόλους ακόμη, ρόλους πάνω στους οποίους θα έχει πάλι περιθώριο να μεγαλουργήσει η ενδεχομένως σημαντικότερη κινηματογραφική ηθοποιός όλων των εποχών. Η Αν Χάθαγουεϊ και η Έμιλι Μπλαντ, κορίτσια το 2006, με καριέρα είκοσι ετών το 2026, είναι ηθοποιοί που δεν θα προδώσουν ποτέ τον ρόλο τους.
Αλλά θα ήθελα να σταθώ και να κλείσω όχι με μια πρωταγωνίστρια, όχι με έναν πρωταγωνιστή, αλλά με έναν ίσως όχι γεννημένο δευτεραγωνιστή, πάντως με έναν ηθοποιό που στην καριέρα του είναι σαν να έχει αλλάξει στάτους στην ίδια την έννοια του δευτεραγωνιστή. Ηθοποιός των λεπτών αποχρώσεων ο Στάνλεϊ Τούτσι, σου δίνει την εντύπωση ότι έχει κάνει τη μισή δουλειά και μόνο με την παρουσία του και μόνο με την αύρα του και μόνο με αυτό που εκπέμπει. Η φωνή του, το βλέμμα του, ο διακριτικός μαγνητισμός του, νομίζεις ότι είναι πάντα ο ίδιος αλλά είναι πάντα διαφορετικός, πολύ διαφορετικός, δεν χρειάζεται να φωνάξει μέσα στα μούτρα σου την αξία του, έχει τον τρόπο να την κατοχυρώνει χαμηλόφωνα ως ψιθυριστά, αλλά πάντως αναμφισβήτητα.

Πηγή: elculture
Σχετικά άρθρα
- Unique Post
Δημοσίευση από AutoPolis, Βρίσκεται στις κατηγορίες Τελευταία νέα

Εμείς και εσείς σε επαφή





