«Εθνικός Θησαυρός» του Σανγκ-ιλ Λι: Όντα μαγικά και μαγεμένα
24/04/2026 - 17:54
Επειδή ενδεχομένως οι περισσότεροι το θέατρο Καμπούκι το έχουμε μόνο ακουστά και επειδή ο «Εθνικός Θησαυρός» είναι μια ταινία που το ακουστά το μετατρέπει σε ορατά ή μάλλον σε οπτικοακουστικά, καθώς όλη της η ιστορία περιστρέφεται γύρω από ηθοποιούς του Καμπούκι, τους οποίους θα δούμε να παίζουν και σε μια σειρά παραστάσεων, κρίνω χρήσιμο να αντιγράψω από την ιστοσελίδα της πρεσβείας της Ιαπωνίας στην Ελλάδα μερικές βασικές πληροφορίες για αυτό:
«Ετυμολογικά, η λέξη καμπούκι (kabuki) σημαίνει “ικανότητα στη μουσική και τον χορό”. Αναφέρεται σ’ ένα θεατρικό είδος που αναδείχθηκε στην Ιαπωνία του 17ου και του 18ου αιώνα, ξεκινώντας από γυναικείες πρωτοβουλίες και καταλήγοντας στην καθιέρωση μέσα από την τέχνη των ανδρών. Η αρχή σηματοδοτήθηκε από την εμφάνιση γυναικείου χορευτικού ομίλου, επικεφαλής του οποίου βρισκόταν η Ιζούμο νο Οκούνι (Izumo no Okuni), πρώην χορεύτρια ιερών. Για λόγους ηθικής τάξεως, το στρατιωτικό καθεστώς των Τοκουγκάουα απαγόρευσε τις δραστηριότητες της Οκούνι. Τον όμιλό της διαδέχτηκαν ανάλογοι όμιλοι εφήβων, που γνώρισαν επίσης την κυβερνητική απαγόρευση και τελικά, το ψυχαγωγικό θέαμα διαμορφώθηκε και σταθεροποιήθηκε μέσα από την τέχνη ώριμων ανδρών. Αυτοί οδήγησαν το θέατρο καμπούκι στη μέγιστη δημοτικότητά του και διατήρησαν την παράδοσή του ακμαία, αν και όχι πάντοτε απρόσκοπτη, έως σήμερα.
Τα παραπάνω σημαίνουν ότι στο θέατρο καμπούκι (όπως άλλωστε και στο Νo) υπάρχουν γυναικείοι ρόλοι αλλά όχι γυναίκες ηθοποιοί. Οι όνναγκατά (onnagata), οι άνδρες που λαμβάνουν ειδική εκπαίδευση και διαπρέπουν σε γυναικείους ρόλους αντιπροσωπεύουν, σήμερα όπως και παλιά, μια από τις τυπικότερες ιδιομορφίες και ένα από τα αξιοσημείωτα επιτεύγματα αυτού του θεάτρου. Ένα άλλο γνώρισμα αντιπροσωπευτικό των ηθοποιών του καμπούκι είναι το εντυπωσιακό μακιγιάζ τους, υποκατάστατο των προσωπείων που χρησιμοποιούν άλλα θεατρικά είδη και που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αίγλη, καθώς οι ηθοποιοί κινούνται σε μια μεγάλη μακρόστενη σκηνή πλαισιωμένη, κατά περίπτωση, με ζωηρόχρωμα σκηνικά και σειρές λαμπροντυμένων μουσικών στο βάθος της. Το μακιγιάζ καλύπτει ολόκληρο το πρόσωπο, επίσης με ζωηρότατα χρώματα, που παίρνουν συμβολική σημασία ανάλογα με τον τύπο των μορφών (αγαθές, θεϊκές, δαιμονικές, ζωώδεις κλπ). Σε κάθε περίπτωση, το μακιγιάζ διακρίνεται για την έντονα εξπρεσιονιστική απόδοσή του, ιδιαίτερα στην υπογράμμιση των φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών, που επιτείνεται ακόμη περισσότερο από τους μορφασμούς των ηθοποιών. Το εξαιρετικά εντυπωσιακό αποτέλεσμα που προκύπτει συμπληρώνεται, όπου χρειάζεται, με εξίσου εντυπωσιακές περούκες, καθώς και περίλαμπρες ενδυμασίες που συγκαταλέγονται στις ακριβότερες του διεθνούς θεατρικού ρεπερτορίου.
Σε κορυφαίες στιγμές των έργων, η πάντοτε δημοφιλής στους Ιάπωνες τάση προς τη σχηματοποίηση εκδηλώνεται με ξαφνικό «πάγωμα» (ακινησία) του ηθοποιού σε συγκεκριμένη πόζα (μίε, mie), ιδιαίτερα στο χρόνο που αυτός εξέρχεται ή εισέρχεται στην κεντρική σκηνή από το χανάμιτσί. Το κοινό εκδηλώνει τότε δυνατά τον ενθουσιασμό του προς τον ηθοποιό, με τυπικές φράσεις και επιφωνήματα. (Το χειροκρότημα είναι μια διαδεδομένη σήμερα Δυτική συνήθεια). Οι μεγάλοι ηθοποιοί προέρχονται κατά κανόνα από καταξιωμένες θεατρικές οικογένειες, όπως φαίνεται και από τα ονόματά τους και τα νούμερα που τα συνοδεύουν, δηλωτικά του αριθμού της γενιάς τους».

O Σουνσούκε προέρχεται από μια τέτοια οικογένεια, ο πατέρας του είναι κορυφαίος ηθοποιός του Καμπούκι. Προορίζεται μια μέρα να τον διαδεχθεί, να συμπληρώσει τον αριθμό της δικής του γενιάς πίσω από το οικογενειακό όνομα. Ο Κικούο πάλι προέρχεται από άλλου τύπου οικογένεια, ο πατέρας του είναι αρχηγός της γιακούζα (της μαφίας δηλαδή) του Ναγκασάκι, η μητέρα του έχει πεθάνει από «την ασθένεια της ατομικής βόμβας». Ο Κικούο είναι ένας ερασιτέχνης όνναγκατά (παίζει δηλαδή γυναικείους ρόλους), ο πατέρας του Σουνσούκε εντυπωσιάζεται από την ερμηνεία του και τον παίρνει υπό τη σκέπη του, προκειμένου να τον εκπαιδεύει μαζί με τον γιο του, με τον οποίο είναι άλλωστε συνομήλικοι. Και δεν μιλάμε για εκπαίδευση δυτικού τύπου δραματικής σχολής, εδώ δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη σωματική άσκηση, μια σκληρή, εντελώς επίπονη, καθημερινή και πολυετή σωματική άσκηση, ώστε το σώμα να αποκτήσει τη δική του μνήμη και να μπορεί να εκτελεί πειθαρχημένα σε βαθμό τελειότητας τις απαιτούμενες κινήσεις. Θα παρακολουθήσουμε την πορεία των δύο ηρώων στην πορεία των δεκαετιών, σε μια τρίωρης διάρκειας ταινία, που παρόλη τη διάρκειά της και παρά το ότι θα δούμε και θα ξαναδούμε πότε τον έναν, πότε τον άλλο, πότε και τους δύο από κοινού να πρωταγωνιστούν σε παραστάσεις ενός θεατρικού είδους με το οποίο δεν είμαστε εξοικειωμένοι, δεν υπάρχει στιγμή που θα σε κάνει να νιώσεις ότι κουράστηκες. Το αντίθετο.


Ο «Εθνικός Θησαυρός» φιλοδοξεί να πετύχει σε τρία διαφορετικά επίπεδα: πρώτον, να μας συναρπάσει με αυτή καθαυτή την ιστορία του Κικούο και του Σουνσούκε, δεύτερον, να αποδώσει έναν λατρευτικό φόρο τιμής στο Καμπούκι και τρίτον, να μας μιλήσει για (και μαζί να μας μεταδώσει κάτι από) την υπερβατική διάσταση της τέχνης. Θεωρώ ότι στην πρώτη του φιλοδοξία δεν τα πήγε και ακριβώς περίφημα, αλλά ότι στη δεύτερη και την τρίτη τα πήγε ακριβώς αυτό: περίφημα. Και ότι ακόμα κι αν ο «Εθνικός Θησαυρός» δεν είναι μια αψεγάδιαστη ταινία, τα ψεγάδια της δεν είναι σε καμία περίπτωση ικανά να μειώσουν το μέγεθός της, τη δύναμή της, την υποβλητικότητά της, το αποτύπωμα που υποψιάζομαι ότι θα αφήσει στο πέρασμα του χρόνου.
Ως προς αυτή καθαυτή την ιστορία λοιπόν, την ιστορία των ανόδων και των καθόδων στην καριέρα των δύο ηρώων, της φιλίας τους και του ανταγωνισμού τους, της συνεργασίας τους και της αντιζηλίας τους, της αφοσίωσης στην καριέρα, του τι συνεπάγεται πρακτικά αυτή η αφοσίωση, του «Το πρώτο και το κύριο και ενδεχομένως το μοναδικό που με αφορά στη ζωή μου είναι η καριέρα μου και μαζί η τέχνη μου και η αλληλεπίδρασή τους και θα θυσιάσω ό,τι μπορεί να θυσιαστεί (εμένα ή άλλους ανθρώπους) προκειμένου να το πετύχω, αλλά τελικά κοίτα σε τι μεγαλείο κατάφερα έτσι να φτάσω» είναι αφηγηματικά μοτίβα που έχουμε ξαναδεί και πολλές φορές τα έχουμε δει και καλύτερα, με περισσότερες αποχρώσεις, περισσότερη σεναριακή λεπτοδουλειά, μεγαλύτερο βάθος και εσωτερικές διαδρομές χαρακτήρων.
Υπάρχει βέβαια εδώ ως πρόσθετο δυνητικά γόνιμο έδαφος το σκέλος της σύγκρισης κανονικού και μεταφορικού γιου, το σκέλος των κριτηρίων του πατέρα στην επιλογή του. Δεν καλλιεργείται όσο θα έπρεπε (ή εν πάση περιπτώσει όσο θα ήθελα), ενδεχομένως όμως όχι από αδυναμία, αλλά ως διαφορετική πολιτισμική οπτική: οι αποφάσεις είναι αποφάσεις και αυτές είναι που έχουν σημασία, μιλώντας κάπως από μόνες τους, χωρίς να χρειάζεται να μπουν σε ψυχολογικό μικροσκόπιο. Μου φαίνεται επίσης αρκετά ειρωνικό το γεγονός ότι μια ταινία που μιλά για ένα είδος τέχνης που τους γυναικείους ρόλους τους παίζουν επί αιώνες άντρες, έχει στους δικούς της γυναικείους ρόλους ηρωίδες με σχηματικούς χαρακτήρες, ηρωίδες συμπληρώματα, ηρωίδες περίπου σκιές, με την εξαίρεση ίσως της μητέρας του Σουνσούκε που γίνεται ένα (όχι μεγάλο πάντως) τμήμα της συνολικής δυναμικής. Κι αν αυτό το αναφέρω ως αρνητικό, δεν αναφέρω ούτε ως αρνητικό ούτε ως θετικό, αλλά ως χωρίς πρόσημο διαπίστωση, ότι μου κάνει εντύπωση ότι πάνω σε ένα τέτοιο θέμα με άνδρες που υποδύονται μια ζωή γυναίκες, δεν μπαίνουν ποτέ ζητήματα σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας (τουλάχιστον όσον αφορά τους βασικούς ήρωες). Έχουμε άντρες που υποδύονται γυναίκες και τίποτα πιο πέρα απ’ αυτό, στη Δύση σήμερα δεν θα το κάναμε ποτέ αυτό, αλλά εκεί είναι Ιαπωνία.


Απαρίθμηση ατελειών τέλος, πάμε σε αυτά στα οποία η ταινία διέπρεψε. Η απεικόνιση του Καμπούκι λοιπόν. Εκ των πραγμάτων η ταινία λειτουργεί εντελώς διαφορετικά στο εξωτερικό απ’ ό,τι στην Ιαπωνία, όπου έγινε τεράστια εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία. Εκεί όσα θα δουν ως αποσπάσματα παραστάσεων θα τους μιλήσουν αλλιώς, θα συνδεθούν μαζί τους αλλιώς. Δεν ήταν τόσο αυτονόητο ότι κώδικες τόσο διαφορετικοί στο «δυτικό» π.χ. μάτι θα μπορούσαν να αναπαρασταθούν σε μια κινηματογραφική ταινία και αντί να αποξενώσουν τον δυτικό θεατή να τον κάνουν δικό τους. Ο Σανγκ-ιλ Λι μας μεταφέρει σε έναν άλλο τρόπο, σε μια άλλη κουλτούρα, σε ένα άλλο καλλιτεχνικό ήθος, σε μια άλλη όψη, σε έναν άλλο ήχο, σε μια άλλη σύνθεση και το τεράστιο επίτευγμά του είναι πως σιγά σιγά μας καθηλώνει όχι μόνο εικαστικά αλλά και συναισθηματικά, μεταγγίζοντάς μας όχι μόνο το δέος των εικόνων από το Καμπούκι αλλά και συγκίνηση από το συναίσθημα που τα έργα του μεταδίδουν. Πώς το πετυχαίνει; Αφενός συνδέοντας τα έργα με εξελίξεις στη ζωή των ηρώων και αφετέρου δια της επαναλήψεως, επιμένοντας στο πώς εκφωνείται μια πρόταση σε ένα έργο, ώστε η μουσικότητα, η δραματικότητα, ο στόμφος ακόμα στην εκφορά του λόγου να γίνει με τη σειρά του μετά το σώμα δοχείο μετάδοσης του ψυχισμού των ηρωίδων που οι όνναγκατά υποδύονται. Δεν ξέρω ποια γιαπωνέζικη λέξη μεταφράζεται ως «αποφασιστικότητα», μού έχει όμως εντυπωθεί στα αυτιά και στο μυαλό ο Ρίο Γιοζισάβα όταν την εκφέρει συλλαβιστά, τραγουδιστά, σπαρακτικά.
Μολονότι η αξία του «Εθνικού Θησαυρού» έγκειται κατεξοχήν στο ότι μιλά για την τέχνη μέσω του Καμπούκι, καθιστώντας μας κοινωνούς του κόσμου του, τελικά όμως ναι, αυτονόητα, μιλά για κάθε είδους τέχνη, για τις σπάνιες αλλά και για αυτό μονάκριβες στιγμές, που είτε ως θεατής, ακροατής, αναγνώστης, είτε ως καλλιτέχνης και δημιουργός, κάτι συμβαίνει και καταλύεσαι, κάτι συμβαίνει και η πραγματικότητα αλλάζει συστατικά, κάτι συμβαίνει και η τέχνη επιβάλλεται στην πραγματικότητα, την ξεγυμνώνει, την καθιστά ασήμαντη και εκτός θέματος, αποκαλύπτοντάς μας ότι είμαστε όντα μαγικά και μαγεμένα, κατασκευασμένα από πνεύμα, ψυχή και σώμα, πλασμένα απ’ το υλικό των ονείρων, του Σαίξπηρ, του Σανγκ-ιλ Λι, του Καμπούκι, των ταινιών, της Μαρινέλλας που καταρρέει τραγουδώντας στη σκηνή.


Πηγή: elculture
Σχετικά άρθρα
- Unique Post
Δημοσίευση από AutoPolis, Βρίσκεται στις κατηγορίες Τελευταία νέα

Εμείς και εσείς σε επαφή




