Αλόννησος: Η ζωή στο άλσος που ταξιδεύει

Μιλάμε τώρα για μια ζωή που σε αυτό το πέλαγος έχει ηλικία 100.000 ετών. Τότε που τα νησιά των Βορείων Σποράδων ήταν μια στεριά με την ηπειρωτική Ελλάδα και οι παλαιολιθικοί άνθρωποι μια γίνονταν κυνηγοί στη χέρσα κοιλάδα ανάμεσα στην Αλόννησο και στην Περιστέρα (το Ξερό, όπως το λένε οι αυτόχθονες) και μια ψαράδες στη λιμνοθάλασσα που πλημμύριζε την ίδια περιοχή, αναλόγως των διαθέσεων των νερών. Είναι συναρπαστική η ιδέα να πλησιάσεις έστω και από πολύ μακριά τη φιλοσοφία για τη ζωή αυτών των προγόνων της Μέσης Παλαιολιθικής Eποχής, και εμείς κερδίσαμε την υπόσχεση του Κώστα Μαυρίκη ότι το φθινόπωρο θα μας φιλοξενήσει – εμάς από τις Νότιες Σποράδες – στο μοναδικό σπίτι που υπάρχει στην Περιστέρα, χωρίς ρεύμα και ηλεκτρονική σύνδεση, μόνο με αυτά που μας δίνει η γη και η θάλασσα.

Ο Κώστας είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι της ζωής στην Αλόννησο. Αποτύπωσε το παρελθόν των Βορείων Σποράδων στο βιβλίο του «Ανω Μαγνήτων Νήσοι» και το παρουσιάζει «ζωντανά» στο μουσείο που δημιούργησε με τη σύζυγό του Αγγέλα και άλλους εθελοντές στο Πατητήρι. Ανεβαίνοντας όροφο-όροφο το ωραίο κτίριο, ανεβαίνεις μνήμη τη μνήμη, τεκμήριο το τεκμήριο ως το καφέ στην ταράτσα, για να ρίξεις μια πανοραμική ματιά στη σύγχρονη ζωή στο Πατητήρι, στους ανθρώπους που κάνουν μπάνιο στη σκιά των πεύκων μπροστά στα μπαράκια, στο καράβι της γραμμής από τον Βόλο που έχει δέσει, στο τουριστικό πλοιάριο που ξεκινά από τη Σκιάθο, πάει στα δελφίνια του θαλάσσιου πάρκου, μπαίνει στη σπηλιά, αράζει στην παραλία του και μετά πιάνει τα λιμάνια της Αλοννήσου και της Σκοπέλου προτού επιστρέψει στη βάση του.

Στο μουσείο εκτίθενται μυριάδες εκπλήξεις, όχι μόνο τοπικού αλλά και γενικού ενδιαφέροντος. Ο Κώστας φωτογραφίζεται δίπλα στην πρώτη αντλία βενζίνης που ήλθε στην Αλόννησο, που είναι όμως και από τις παλαιότερες που υπάρχουν ακόμη σε ολόκληρο τον κόσμο. Η συλλογή των φωτογραφικών μηχανών είναι πλούσια και πολύ ενδιαφέρουσα, όπως και η ενότητα των τεκμηρίων των πολέμων του 20ού αιώνα. Αλλά έχουμε την εντύπωση ότι η πιο συναρπαστική αίθουσα είναι αυτή με την ιστορία των πειρατών στις Βόρειες Σποράδες. Η παλιά σειρήνα που εκτίθεται σε περίοπτη θέση ηχούσε συχνά εδώ. Οι Βόρειες Σποράδες με επίκαιρη θέση πάνω στον πολυσύχναστο εμπορικό δρόμο από τη Μαύρη Θάλασσα προς τις Κυκλάδες και την Κρήτη και μετά προς την Ανατολική και τη Δυτική Μεσόγειο και τις ακτές της Αφρικής, με πλήθος ερημονήσια-κρησφύγετα, ήταν ήδη από την 9η χιλιετία π.Χ. ορμητήρια πειρατών. Γι’ αυτό γύρω από την Αλόννησο, την αρχαία Ικο, ο Κώστας έχει καταγράψει τα περισσότερα ναυάγια εμπορικών πλοίων και αγωνίζεται να γίνουν επισκέψιμα από τους υποβρύχιους επισκέπτες.

Στην αίθουσα των πειρατών εντυπωσιάζουν τα ωραία και σπάνια κεραμικά του Τσανάκ Καλέ που δεν βρέθηκαν σε αρχοντικά της Αλοννήσου αλλά σε τυροκομεία. Οι πειρατές αντάλλασσαν την πολύτιμη λεία τους με τα τυριά και το κρέας των βοσκών. Ενας ολόκληρος θησαυρός μνήμης υπάρχει μέσα στις προθήκες, το σκαντίλιο που βυθομετρούσε ο λοστρόμος, μια τουαλέτα καραβιού, μια ειδική άγκυρα ρεσάλτου, ένας τριόβολος που σκορπούσαν στο κατάστρωμα για να μπει στο πόδι των ξυπόλυτων επιδρομέων και πλήθος άλλα.
Οι κυρίες βγάζουν τη γεύση του τόπου στη Στενή Βάλα

Ο Κώστας έζησε πολύ στο ψαράδικο καΐκι του πατέρα του. Εκεί μυήθηκε στη φιλοσοφία των φυσικών υλικών και της οικονομίας τους. Πάνω στην κουβέρτα του καϊκιού και στις έρημες ακρογιαλιές που ξώμεναν, είχαν λίγο χρόνο και ελάχιστα υπάρχοντα, αλλά ήσαν πλούσιοι σε ψάρια και θαλασσινά και χόρτα των ερημόνησων. Το πιο γρήγορο φαγητό με ψάρια που μπορούσαν να μαγειρέψουν ήταν ψάρια λεμονάτα. Στο καζάνι – κατά προτίμηση ανοιχτό και χαμηλό – έστρωναν τα ψάρια (ροφουδάκια, σκορπίνες, σαλούβαρδους, σάλπες, ό,τι να ‘ναι) και τα έκρυβαν με νερό μέχρι τη μέση. Μετά πρόσθεταν σέλινο και ρίγανη, και φουλ φωτιά με σκεπασμένο το καζάνι. Σε δέκα λεπτά ήταν έτοιμο το γεύμα. Και τι γεύμα, ίσως το νοστιμότερο που μπορεί να δοκιμάσει ποτέ.
Εμείς το δοκιμάσαμε σε «αρχοντικές» συνθήκες στο Φανάρι, πάνω στην προκυμαία στη Στενή Βάλα. Ο Σταμάτης μας έφερε στο τραπέζι δίπλα στα δεμένα τρεχαντήρια ροφό λεμονάτο. Ηταν από τα καλύτερα φαγητά που έχουμε δοκιμάσει ποτέ. Τον μαγείρεψε η κυρία Ναυσικά και είχε προσθέσει – από τα φανερά λέμε τώρα – πατάτες και πιπεριές. Και τι δεν βγάζει το τσουκάλι της μαμάς Ναυσικάς: χταπόδι στιφάδο, καλαμάρι γεμιστό (τυρί, ντομάτα, πιπεριά, μαϊντανό), χταπόδι ξιδάτο ψητό, κολοκυθοκεφτέδες, ψάρι πλακί, κατσικάκι ντόπιο.
Στην ίδια γραμμή, η κυρία Χαρίκλεια, στο Παραδοσιακό, μαγειρεύει σκορπίνα λεμονάτη, αστακομακαρονάδα, γεμιστά και άλλα λαδερά του κήπου. Και πιο πέρα, στο Ικός, η κυρία Κατίνα μας μυεί στα μυστικά της αλοννησιώτικης τυρόπιτας, του τόνου και των χόρτων της Αλοννήσου και των ερημονησιών. Μας ανοίγει το μυστικό συρτάρι της με τα τουρσιά και αποκαλύπτεται ένας «θησαυρός» παλιού πειρατή. Μέχρι και τις κορφές του μυρωδάτου σκίνου τις κάνει τουρσί (σε άρμη και ξίδι) όταν είναι ακόμη τρυφερές, και πιστέψτε με, είναι πολύ νόστιμες και παντρεύονται πολύ ταιριαστά με τον καπνιστό ή τον βραστό τόνο της Αλοννήσου. Ο τόνος είναι μια καινούργια παράδοση στο νησί και είναι πολύ ωραίο να δημιουργούνται νέες παραδόσεις. Αυτή είναι η δύναμη της παράδοσης. Οι ποιητές που τα έχουν πει όλα, λένε διά στόματος Γιώργου Σεφέρη ότι η δύναμη της παράδοσης βρίσκεται στο μέλλον της. Τον τόνο τον έμαθαν στις αλοννησιώτισσες οι Ιταλοί πριν από μερικές δεκαετίες και ρίζωσε πολύ δημιουργικά στην παράδοσή τους.
Τόνους άρχισαν να ψαρεύουν από τον Οκτώβριο ως τα Χριστούγεννα τα τελευταία 30 χρόνια. Μετά τους παραλαμβάνουν οι νοικοκυρές. Κόβουν τον τόνο στα τρία ή τέσσερα κομμάτια ανάλογα με το μέγεθός του και τα βράζουν σε μεγάλη κατσαρόλα σε νερό αλατισμένο με αλάτι χοντρό. Τα στραγγίζουν σε σουρωτήρια και αφού καθαρίσουν τα κομμάτια ώστε να μείνει μόνο το λευκό κρέας, τα αφήνουν να στεγνώσει 4-5 ώρες πάνω σε χαρτί κουζίνας. Το κάθε κομμάτι χωρίζεται σε τέσσερα κομμάτια και αυτά μετά κόβονται κατά μήκος σε μικρότερα. Αυτά τα τακτοποιούν με επιμέλεια μέσα στα βάζα που τα γεμίζουν με ηλιέλαιο ή καλαμποκέλαιο που προτιμά η κυρία Κατίνα. Τα καλά σφραγισμένα βάζα τα χοχλάζουν για μισή ώρα σε σκεπασμένη κατσαρόλα για να αποστειρωθούν. Οταν κρυώσουν και πλυθούν είναι έτοιμα για το ράφι. Τα κομμάτια που θα γίνουν καπνιστά, τα καπνίζουν με τον παραδοσιακό τρόπο στο τζάκι μετά το βράσιμο, με καπνό από τη φωτιά που καίει και φασκόμηλο, σκίνο και πριονίδι οξιάς.
Ο τόνος πάει πολύ ωραία με τσιτσίραφλα ή κρίταμα τουρσί που η κυρία Κατίνα προμηθεύεται από τα Σκάντζουρα και τα διατηρεί σε λάδι και ξίδι. Είναι πραγματικός τροφοσυλλέκτης. Ο πατέρας της ήλθε από την Ικαριά και ήταν ο πρώτος μόνιμος κάτοικος εδώ. Από τον Οκτώβριο ως τον Μάρτιο ψαρεύει το βράδυ καλαμάρια στην προκυμαία στη Στενή Βάλα. Τα κάνει με κριθαράκι ή τηγανιτά με ξίδι και λεμόνι. Είναι πολύ ωραία. Μετά βγαίνει στην εξοχή για σκίνα ή φτέρες για να τα κάνει τουρσί. Μαζεύει και πολλά βότανα του νησιού που βράζει ωραίο ρόφημα. Μετά έχει τον κήπο και τις κατσίκες της που το γάλα τους κάνει μυζήθρα ή ένα κεφαλοτύρι που μοιάζει με κασέρι. Πήζει μόνη της και τη φέτα που βάζει στην παραδοσιακή αλοννησιώτικη τυρόπιτα. Την είδαμε να ζυμώνει το φύλλο (αλεύρι, αλάτι, λίγο ξίδι, ελάχιστη ζάχαρη για να παίρνει χρώμα και νερό) και να το ανοίγει με μαεστρία με το ξυλίκι. Αφού σκόρπισε πάνω το τυρί και το λάδι, με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις το τσαλάκωσε με μια ωραία τυρόπιτα που έψησε στο τηγάνι.

Τζωρτζή Γιαλός, Λευτός Γιαλός, Γλυφά και άλλες θαλασσινές αγκαλιές

Μεταξύ Περιστέρας, Αλοννήσου και Κυρα-Παναγιάς έχουν εντοπιστεί δέκα τουλάχιστον διαφορετικά ναυάγια από τον 5ο αιώνα π.Χ. ως τον 12ο. Και τώρα αυτό εδώ είναι ένα πολυσύχναστο πέρασμα σκαφών. Μπαίνουν και βγαίνουν στην αγκαλιά της Στενής Βάλας, ταξιδεύουν για το θαλάσσιο πάρκο και την Κυρα-Παναγιά. Ετσι, περνούν καμαρωτά, με φόντο την Περιστέρα, μπροστά από τα πολύχρωμα βότσαλα και τα σμαραγδένια νερά των Γλυφών. Αυτή η παραλία μοιάζει να κάνει εικόνα τη γαλήνη και τον αισθησιασμό των διακοπών. Ακούς και βλέπεις την ηρεμία, ειδικά το λιόγερμα. Πίσω από τα βότσαλα, πέρα από το χειμέριο κύμα, πίσω από τη φορτωμένη με καρπούς χρυσομηλιά, στο «κατάστρωμα» των «Ilya Suites» (τηλ. 6938 327.401, www.ilyasuites.gr) το ταξίδι των διακοπών συνεχίζεται. Αυτό είναι το προσωρινό σπίτι μας στην Αλόννησο και είναι πραγματικά εξαιρετικό, ευρύχωρο, αρχοντικά λιτό, άνετο με κρεβάτι και υφάσματα Coco-mat, σε στενή επαφή με το περιβάλλον και την ατμόσφαιρα του νησιού. Αυτή η ατμόσφαιρα της Αλοννήσου ολοκληρώνεται στη βεράντα της βίλας, της μεγαλύτερης από τις σουίτες, από τους οικοδεσπότες Γιώργο, Ολγα και Δημήτρη Ξυλαγρά, με σαλάτα ντομάτα από τις Κεχριές της Κορίνθου – οι πιο νόστιμες σύμφωνα με την Ολγα – και με λευκό κρασί σαντονέ Παπαϊωάννου, επιλογή του Γιώργου.
Στην περιήγησή μας στις παραλίες της Αλοννήσου πετύχαμε στο ζύμωμα και την κυρία Ελένη που έφτιαχνε μπουρέκι με κρέας. Κάνει ένα σωρό τέτοιες πίτες, με τραχανά, με χταπόδι, με γλυκιά κολοκυθόπιτα, στο εστιατόριο «Ελαιώνας» που διατηρεί η κόρη της Μαγδαληνή στον Λευτό Γιαλό. Η προσέγγιση αυτής της ωραίας παραλίας από τη στεριά, από τον δρόμο, είναι μια ξεχωριστή εμπειρία, καθώς τα πεύκα «ανοίγουν» παράθυρα για να φανούν τα ιστιοπλοϊκά που έχουν αράξει στο «φιορδ» και οι επιβάτες τους ήδη έχουν αρχίσει να κάνουν βουτιές στα πρασινογάλαζα νερά. Ο δρόμος συνεχίζει και στην άλλη όχθη του «φιορδ» και για άλλες, απίθανες, πιο πανοραμικές εικόνες των σκαφών, των παραλιών, της θάλασσας, των κατάφυτων ακρωτηρίων.
Πριν από τον Λευτό Γιαλό υπάρχει ένας άλλος ειδυλλιακός γιαλός, του Τζώρτζη, και άλλο ένα ζευγάρι που διδάσκει παραδοσιακή κουζίνα, μάνα και κόρη, η Γιώτα και η Μάχη, που μαγειρεύουν σπιτικά φαγητά, με δικά τους υλικά και λάδι, ψάρια της ώρας, χταπόδι στιφάδο, αστακομακαρονάδα με συνταγή του ψαρά, ιμάμ, μουσακά, γεμιστά. Το όνομα του εστιατορίου τους, «Παρά Θιν’ Αλός», και ο προβληματισμός τους σχετικά με το όνομά του περιγράφουν την ατμόσφαιρα στον γιαλό του Τζώρτζη. Η Μάχη λέει ότι ταλαντεύτηκαν πολύ ανάμεσα σε αυτή την ομηρική φράση και στο όνομα της Νηρηίδας Κυμοθόης, της γρήγορης σαν το κύμα.
Στον δρόμο για το Παλιό Χωριό
Ενα κομμάτι πλέον της ατμόσφαιρας του νησιού αποτελεί η Διεθνής Ακαδημία Κλασικής Ομοιοπαθητικής (www.vithoulkas.com) της Αλοννήσου. Στα δεξιά του δρόμου που πάει προς το Πατητήρι και το Παλιό Χωριό, από τα σκαλιά που οδηγούν σε ωραία κτίρια, κατεβαίνει ένα πολύχρωμο πλήθος ανθρώπων. Είναι γιατροί, φαρμακοποιοί και άλλοι ψαγμένοι τύποι από 35 χώρες που παρακολουθούν τα εβδομαδιαία σεμινάρια που διοργανώνονται εδώ από τον Μάιο ως τον Οκτώβριο. Την ακαδημία ίδρυσε ο διακεκριμένος στον χώρο της ομοιοπαθητικής σε παγκόσμιο επίπεδο Γεώργιος Βυθούλκας. Σε ένα διάλειμμα του σεμιναρίου, αυτός ο πολύ γνωστός «γκουρού» της ομοιοπαθητικής βγήκε από την κατάμεστη αίθουσα και πρόλαβε να μας πει ότι το τοπίο της Αλοννήσου, η ηρεμία και η ομορφιά του, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επιλογή του να ιδρύσει εδώ και να αναπτύξει την ακαδημία. Εξάλλου, γι’ αυτό και ο ίδιος έρχεται στο νησί εδώ και 23 χρόνια, ενώ μένει πλέον μόνιμα σε αυτό, ασχολούμενος με την ακαδημία, τον κήπο και τα ζώα του, ενταγμένος πλήρως στη ζωή του τόπου.
Στον δρόμο που μπαίνει στο Πατητήρι υπάρχει εκτεθειμένη μία ακόμη πρωτοβουλία των γυναικών της Αλοννήσου στο κατάστημα του συνεταιρισμού τους. Πλήθος βαζάκια με παραδοσιακά σκευάσματα υπάρχουν στα ράφια και δίσκοι με αλοννησιώτικα γλυκά, αμυγδαλωτά με κανέλα, ψητά στο φούρνο ή κλασικά, και χαμαλιά. Αυτά τα τελευταία, επειδή περιέχουν μέλι και καρύδια και είναι ακριβά, τα έδιναν μόνο στους γάμους ως κάτι εξαιρετικό. Μάλιστα, κάποιοι θυμούνται ότι σε πιο δύσκολες εποχές μερικές φορές έκαναν μετρημένα κομμάτια, μόνο για το ζευγάρι και τους πολύ στενούς συγγενείς. Και το ξενοδοχείο Λιαδρόμια (τηλ. 24240 65521, www.liadromia.gr) εδώ στο Πατητήρι, έχει άρωμα γυναίκας, της πληθωρικής Μαίρης.
Και η Γοργόνα, στην αρχή του κεντρικού σοκακιού του Παλιού Χωριού, έχει τη σφραγίδα μιας γυναίκας και σε εφοδιάζει με ρομαντική διάθεση, καθώς αρχίζεις να περπατάς στον κεντρικό δρόμο της ζωής στην Αλόννησο. Τα σφιχτοδεμένα σπίτια γύρω από το σοκάκι της μέσης και τα στενά καλντερίμια που συγκλίνουν προς αυτό, δημιουργούν το σκηνικού του κάστρου, όπως πραγματικά ήταν παλιά η Χώρα. Η ματιά όμως αποκλίνει συνεχώς και εκμεταλλεύεται κάθε μικρό άνοιγμα της περίοπτης πολιτείας για να αποδράσει προς το πέλαγος. Στο τέλος μάλιστα του κεντρικού δρόμου η ματιά απελευθερώνεται μέχρι κάτω τον υδάτινο δρόμο που μας έφερε στην Αλόννησο. Από εκεί, έπειτα από ένα ταξίδι με το «Expres Pigasus» (ξεκίνησε στις 10.00 από τον Αγιο Κωνσταντίνο και έφτασε στις 15.15 στο Πατητήρι), οι εικόνες των κόκκινων κεραμοσκεπών των λευκών και χρωματιστών σπιτιών του Παλιού Χωριού, στην κορυφή του πράσινου λόφου, είναι η καλύτερη εισαγωγή στον κόσμο της Αλοννήσου. Μετά ακολουθούν οι γιαλοί, με πρώτο αναγνωρίσιμο την αγκαλιά με τις πολύχρωμες ομπρέλες θαλάσσης που κλείνει το μικρό ακρωτήρι του Marpunta Village Club (τηλ. 24240 65212, www.marpunta.com).

 

 

 

Πηγή: Tovima