Γιατί η κρατική συμμετοχή στις εταιρείες ΑΙ είναι μια τρομακτική ιδέα



23/07/2026 - 00:35

Του Michael R. Bloomberg

Στο πλαίσιο της προσπάθειας για τη θέσπιση ενός ρυθμιστικού κάδρου για την τεχνητή νοημοσύνη, μια επικίνδυνη ιδέα κερδίζει έδαφος στην Ουάσινγκτον: η παραχώρηση μεριδίων των μεγαλύτερων εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης στην κυβέρνηση. Και τα δύο κόμματα βλέπουν άμεσα κέρδη. Κανένα από τα δύο δεν σκέφτεται μακροπρόθεσμα. Κάπου, ο Καρλ Μαρξ χαμογελά.

Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο σοσιαλιστής γερουσιαστής του Βερμόντ θέλει να υποχρεώσει τα μεγάλα εργαστήρια τεχνητής νοημοσύνης να παραδώσουν το 50% μετοχικού τους κεφαλαίου σε ένα «κρατικό επενδυτικό ταμείο». Ωστόσο, και ο πρόεδρος φαίνεται να βλέπει θετικά την ιδέα, δηλώνοντας ότι «θα ήταν κάτι υπέροχο» αν το κράτος αποκτούσε μερίδιο στις εταιρείες AI. Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι έχουν ασκήσει ελάχιστη κριτική στους κομματικούς συντρόφους τους, αυξάνοντας την πιθανότητα να γίνει πραγματικότητα κάποια μορφή αυτής της απαράδεκτης ιδέας.

Ο πρόεδρος δήλωσε ότι η κρατική συμμετοχή θα εξασφάλιζε ότι «ο αμερικανικός λαός θα μπορεί να ωφεληθεί από την επιτυχία της τεχνητής νοημοσύνης». Η αλήθεια όμως είναι μία: ο αμερικανικός λαός επωφελείται ήδη από την επιτυχία της τεχνητής νοημοσύνης, είτε πρόκειται για πολίτες που χρησιμοποιούν chatbots, τράπεζες που την αξιοποιούν για τον εντοπισμό απάτης, γιατρούς που τη χρησιμοποιούν για την καταπολέμηση ασθενειών, ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων που την αξιοποιούν για τη λογιστική και το μάρκετινγκ, αγρότες που μεγιστοποιούν τις αποδόσεις τους, συνταξιοδοτικά ταμεία και άλλους επενδυτές που την αξιοποιούν για τη βελτιστοποίηση των χαρτοφυλακίων τους, είτε για οποιαδήποτε άλλη από τις σχεδόν αμέτρητες εφαρμογές της. Και βρισκόμαστε ακόμα στα αρχικά στάδια της πλήρους αξιοποίησης του συνόλου των οφελών της.

Καθώς η τεχνολογία εξελίσσεται, τα οφέλη για το κοινό θα πρέπει να συνεχίσουν να διευρύνονται, μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας, της ταχύτερης οικονομικής ανάπτυξης και της μεγαλύτερης καινοτομίας. Οι νέες εταιρείες ΑΙ που ιδρύονται θα συμβάλουν στην γέννηση ακόμη περισσότερων νέων επιχειρήσεων, δημιουργώντας θέσεις εργασίας. Και καθώς οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης εισάγονται στο χρηματιστήριο, τα κέρδη τους θα διαχέονται ευρύτερα.

Όλα αυτά θα πρέπει να αποφέρουν μεγαλύτερα φορολογικά έσοδα για το κράτος, επιτρέποντας περισσότερες επενδύσεις σε βασικές υπηρεσίες, όπως η εκπαίδευση, η επαγγελματική κατάρτιση και ένα ισχυρότερο δίχτυ προστασίας για όσους χάνουν τη δουλειά τους λόγω της τεχνητής νοημοσύνης. Εάν οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης δεν συνεισφέρουν στα δημόσια ταμεία, η λύση δεν είναι να τις εθνικοποιήσουμε. Είναι να διορθώσουμε τη φορολογική νομοθεσία.

Ακριβώς όπως μόλις αρχίζουμε να αποκομίζουμε τα οφέλη της τεχνητής νοημοσύνης, βρισκόμαστε ακόμα στα αρχικά στάδια της κατανόησης των μειονεκτημάτων της. Ωστόσο, αυτά θα είναι απείρως μεγαλύτερα εάν το κράτος γίνει συνιδιοκτήτης του κλάδου.

Όταν η κυβέρνηση γίνεται μέτοχος σε μια επιχείρηση του ιδιωτικού τομέα, οι θετικές επιδράσεις του ανταγωνισμού στην αγορά μπορεί να καταρρεύσουν. Η πολιτική υπερισχύει του κέρδους, η ευνοιοκρατία εδραιώνεται, η καινοτομία υποβαθμίζεται, η ανταγωνιστικότητα υπονομεύεται και το ρυθμιστικό πλαίσιο διαφθείρεται.

Αντί για μια αξιοκρατία όπου τα καλύτερα προϊόντα και υπηρεσίες ανταγωνίζονται για να επικρατήσουν, η αγορά μετατρέπεται σε ένα σκοτεινό παρασκήνιο όπου η επιτυχία καθορίζεται από πολιτικές διασυνδέσεις, προϋπολογισμούς για lobbying και εκλογικές σκοπιμότητες, στοιχεία που όλα μαζί θα διαφθείρουν τις ρυθμιστικές αποφάσεις, θα καταπνίξουν τον ανταγωνισμό και θα περιορίσουν την καινοτομία. Και όσο περισσότερα χρήματα φορολογουμένων διακυβεύονται, τόσο μεγαλύτερα θα είναι τα κίνητρα για τις εταιρείες να επιμείνουν σε πολιτικά ασφαλείς αποφάσεις αντί να αναλάβουν ρίσκα που θα μπορούσαν να αποφέρουν μεγάλες επιβραβεύσεις.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά: Όταν οι εταιρείες γίνουν υπερβολικά μεγάλες για να καταρρεύσουν, το βάρος των διασώσεων θα πέσει στις πλάτες του δημοσίου.

Η ιστορία των συνεργασιών μεταξύ κυβερνήσεων και βιομηχανιών -συμπεριλαμβανομένης της αναποτελεσματικής αμυντικής-βιομηχανικής βάσης των ΗΠΑ- θα πρέπει να λειτουργήσει ως προειδοποίηση. Ομοίως, η προσφορά της OpenAI προς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση για μερίδιο 5% αποτελεί λιγότερο επιβεβαίωση της ιδέας αυτής και περισσότερο «red flag». Οι μεγαλύτερες εταιρείες, με τις στρατιές δικηγόρων και λομπιστών που διαθέτουν, έχουν ήδη υπερβολικά μεγάλες πιθανότητες να εδραιώσουν τα πλεονεκτήματά τους έναντι των startups, διαμορφώνοντας τους κανόνες προς όφελός τους. Αν το κράτος μετατραπεί όχι μόνο σε ρυθμιστή αλλά και σε μέτοχο, θα είναι ακόμη πιο εύκολο για τους κολοσσούς να αποκλείσουν τις μικρότερες εταιρείες, βλάπτοντας την καινοτομία και τις επιλογές των καταναλωτών, συμπιέζοντας τους μισθούς και αυξάνοντας τις τιμές.

Οι αμερικανικές εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης έχουν γίνει το αντικείμενο του φθόνου όλου του κόσμου, επειδή κατάφεραν να πειραματίζονται με ευελιξία, να δοκιμάζουν ριζοσπαστικές ιδέες, να ανέχονται την αποτυχία και να στοχεύουν ψηλά χωρίς αδικαιολόγητες κυβερνητικές παρεμβάσεις. Το γεγονός ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει ήδη καταστεί συνιδιοκτήτης σε διάφορες εταιρείες τεχνολογίας σε πολυάριθμους κλάδους δεν σημαίνει ότι πρέπει να διευρύνει τη λίστα. Οι δικαιολογίες για αυτές τις συμφωνίες ποικίλλουν – ενίσχυση των αλυσίδων εφοδιασμού, προστασία της εθνικής ασφάλειας, απόκτηση «κομματιού από την πίτα» – αλλά είναι όλες λανθασμένες. Και στην περίπτωση της τεχνητής νοημοσύνης, οι κίνδυνοι θα πολλαπλασιαστούν δραματικά.

Ας λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης είναι συχνά πλατφόρμες λόγου (speech platforms). Πέρα από τις ανησυχίες για λογοκρισία ή παρακολούθηση, η πιθανότητα η πολιτική να αρχίσει να επηρεάζει τα αποτελέσματα της τεχνητής νοημοσύνης είναι ανησυχητικά υψηλή. Οι ακτιβιστές της ελευθερίας του λόγου κρούουν, δικαίως, τον κώδωνα του κινδύνου σχετικά με την κρατική ιδιοκτησία.

Όποια και αν είναι η άποψη κάποιου για την τρέχουσα ηγεσία, η πιθανότητα η κυβέρνηση να υπαγορεύει και να παραποιεί τα αποτελέσματα της τεχνητής νοημοσύνης – πληροφορίες, δεδομένα και την ίδια τη γνώση – θα έπρεπε να προκαλεί τρόμο. Οι προοπτικές που ανοίγονται για προπαγάνδα θα έκαναν ακόμα και τον Τζορτζ Όργουελ να κοκκινίσει. Και όσο πιο ικανή γίνεται η τεχνητή νοημοσύνη, τόσο πιο ανησυχητική θα είναι αυτή η πιθανότητα.

Για να το θέσουμε απλά: ο Λευκός Οίκος εξετάζει το ενδεχόμενο να παραχωρήσει στην κυβέρνηση τεράστιες νέες εξουσίες, αναλαμβάνοντας ρόλο ιδιοκτησίας σε εταιρείες που ενδέχεται να διαμορφώσουν το μέλλον της τεχνολογίας, της επιστήμης, της εκπαίδευσης, του πολέμου, των επικοινωνιών και πολλών άλλων – θέτοντας σε κίνδυνο όχι μόνο την οικονομία της χώρας, αλλά και την ελευθερία και τη δημοκρατία μας

Ο Μαρξ θα το λάτρευε. Όλοι οι υπόλοιποι θα πρέπει να απαιτήσουμε από τα κόμματα να απορρίψουν την ιδέα.

Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου

Adblock test (Why?)

Πηγή: capital


Σχετικά άρθρα

  • Unique Post

Δημοσίευση από , Βρίσκεται στις κατηγορίες Διάφορες ειδήσεις



Σχόλια κλειστά

Τελευταία άρθρα

Γκαλερί

Σχεδιασμός από MOD creative studio