«Άλκηστις» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου: «Όλα είναι βία» …και για τον θεατή;
20/07/2026 - 14:26
Το έργο του Ευριπίδη Άλκηστις διδάχθηκε το 438 π.Χ. σε μια Αθήνα που εγκαινίαζε τον ναό του Παρθενώνα της. Κατανοείτε το απόγειο της δόξας της Αθήνας που κυβερνά το Αιγαίο και αποκτά και το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Αθήνας, ένα από τα επτά θαύματα της αρχαιότητας. Μιλάμε για τον Χρυσό Αιώνα που οι Αθηναίοι απόλαυσαν δίχως να γνωρίζουν ότι σε λίγα χρόνια θα τους βρει το κακό του Πελοποννησιακού Πολέμου. Μια κοινωνία που από τα ψηλά θα κατρακυλήσει στα χαμηλά. Η Άλκηστις είναι ένα ιδιόμορφο έργο μιας και ακροβατεί ανάμεσα στην τραγωδία και το σατυρικό δράμα, κάποιοι το έχουν αποκαλέσει ιλαροτραγωδία κι άλλοι τραγικοκωμικό ή προσατυρικό δράμα. Προσωπικά το χαρακτηρίζω ως ένα «ιδιαίτερο» σατυρικό δράμα. «Ιδιαίτερο» ως προς το γεγονός ότι έχουμε τον θάνατο παρών στο έργο μα και την ανάσταση μαζί, ο δε χορός αποτελείται από δούλους όχι πολίτες και στο τέλος του έργου έχουμε ένα ας το πούμε “happy end”. Τραγωδία γιατί πραγματεύεται τη συνθήκη της αυτοθυσίας μιας γυναίκας. Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Καραντζάς αναρωτιέται: Ποια είναι αυτή η κοινωνία που με σιωπηλή συναίνεση διαπράττει δολοφονίες; Έρχομαι να ρωτήσω εγώ: Είναι όμως η αυτοθυσία της Άλκηστης μια πράξη που μπορεί να συγκριθεί με τις γυναικοκτονίες;

Είμαστε στο παλάτι του βασιλιά των Φερών του Άδμητου, ο οποίος έχοντας κερδίσει την εύνοια του Θεού Απόλλωνα μπορεί να κερδίσει και τον θάνατο αρκεί να πάρει κάποιος τη θέση του, έτσι ορίσανε οι Μοίρες. Σου χαρίζω τη ζωή αλλά κάποιος πρέπει να πεθάνει στη θέση σου. Έλα όμως που όλοι αγαπάνε τη ζωή και πιο πολύ τη ζωή τους. Όλοι αρνούνται να θυσιαστούν ακόμα και οι ηλικιωμένοι γονείς του, μοναχά η σύζυγος και μητέρα των παιδιών του η Άλκηστις αποφασίζει να προσφέρει τη δικιά της τη ζωή για να σωθεί ο άντρας της. Ψυχορραγεί η Άλκηστις στο παλάτι, οι δούλοι οι πιστοί υπηρέτες προβληματίζονται, θυμώνουν με τον βασιλιά τους μα εκείνη πεθαίνει. Ο Άδμητος αρχίζει να περνά τα στάδια του πένθους και έρχεται ο Ηρακλής για επίσκεψη. Ύβρις να μην φιλοξενήσεις φίλο σε ένα διάλειμμα από τους Άθλους του. Ρωτά φυσικά ο Ηρακλής γιατί υπάρχει πένθος στο παλάτι; Του λέει ο Άδμητος πως πέθανε μια ξένη αλλά μείνε φίλε μου και μένει. Μέσα στο παλάτι συμβαίνει το οξύμωρο: όλοι να πενθούν τη βασίλισσά τους κι ο Ηρακλής να γλεντοκοπά ίσαμε να μάθει την αλήθεια. Εκτιμά το γεγονός ότι τον φιλοξένησε ο φίλος του παρά το πένθος του και πάει μια βόλτα στον Κάτω κόσμο. Παλεύει με τον θάνατο και επαναφέρει στη ζωή την Άλκηστη. Την φέρνει στο παλάτι, στην αρχή δεν την αναγνωρίζει ο Άδμητος μα εκείνη παραμένει σιωπηλή ίσαμε να περάσουν τρεις μέρες για να εξαγνιστεί από τον Κάτω κόσμο. Φεύγει ο Ηρακλής να συνεχίσει τους άθλους του, χαίρονται και οι δούλοι που αναστήθηκε η νεκρή βασίλισσά τους μα δεν μαθαίνουμε ποτέ το τι λέει η Άλκηστις σαν περνούν αυτές οι τρεις οι μέρες.


Είμαι στην Επίδαυρο στο Αρχαίο Θέατρο και πάω με αξιώσεις, είναι Καραντζάς, είναι μια νέα ματιά, είναι ένα έργο που δεν παίζεται συχνά, είναι ένας σκηνοθέτης που έχει δώσει παραστάσεις δυνατές στο κοινό. Μπαίνω μέσα να κάτσω στην κερκίδα Η και στη θέση μου σειρά 8, και πριν ανέβω στα σκαλιά βλέπω τον «Θάνατο» ντυμένο με μαύρο ταφτά να κάθεται. Κάθομαι και ’γώ και χαζεύω το σκηνικό. Είναι μια μεγάλη μεταλλική κατασκευή, θυμίζει το κοίλο του θεάτρου σαν να θέλει να μας καθρεφτίσει εμάς τους θεατές. Έχει τέσσερις τρύπες που από αυτές βγαίνουν μεταλλικοί σωλήνες που δημιουργούν κάτι σαν τρομπέτες. Το σκηνικό έχει κλίση που στο τέλος της καταλήγει πίσω από τον «Θάνατο». Γύρω από αυτόν υπάρχουν μέταλλα και νησίδες νερού με φως που στάζουν σταγόνα τη σταγόνα. Πάνω στην κατασκευή βρίσκεται ο Απόλλωνας ξαπλωμένος – κάτω από την κατασκευή ο «Θάνατος» με χορδές στα χέρια του. Λέω από μέσα μου ώπα επικίνδυνο το σκηνικό μα ευφάνταστη η σύλληψη. Αρχίζει η παράσταση και συνομιλεί ο Θάνατος – Θεοδώρα Τζήμου με τον Απόλλωνα – Κώστα Νικούλι και το σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη έχει μια χορδή που ο Απόλλωνας ρίχνει δοξαριές. Ο Θάνατος βαστά στα χέρια του άλλες δυο χορδές που τις τραβά και ο ήχος παράγεται. Είναι ένα σκηνικό γλυπτό που παράγει ήχους, ένα σκηνικό που αν είχε κατασκευαστεί από τα χέρια του γλύπτη Takis θα ήτανε συλλεκτικό, ένα ίσως «θαύμα» του σύγχρονου κόσμου της γλυπτικής μα δυστυχώς ο Takis δεν είχε την τύχη του Άδμητου να κερδίσει τον θάνατο.
Ξανασκέφτομαι, ένα σκηνικό τέτοιου μεγέθους που παράγει ήχους σαν να αναπνέει, σαν να είναι ένας ζωντανός οργανισμός ίσως καπελώσει την παράσταση. Τις σκέψεις μου διακόπτει ένας ενοχλητικός ήχος σαν παράσιτο μικροφώνου, ένας βόμβος που στην αρχή πίστεψα ανήκε στο ηχοτοπίο που είχε δημιουργήσει ο Παναγιώτης Μανουηλίδης. Φεύ, ο ήχος αυτός ο ενοχλητικός ήταν τεχνικό πρόβλημα, ένα τεχνικό πρόβλημα που μας συντρόφευσε μαζί με άλλα τεχνικά και καλλιτεχνικά προβλήματα κατά τη διάρκεια της παράστασης. Μπαίνουν οι ήρωες και ο Χορός ξεπροβάλει από τις τρύπες. Ο Άδμητος – Γιάννης Νιάρρος με τη γνώριμη, επαναλαμβανόμενη εκφραστική μανιέρα του. Ο αλαζόνας βασιλιάς που αποδέχεται να θυσιαστεί η γυναίκα του στη θέση του αλλά πενθεί, κλαίει, θυμώνει. Περνά τα στάδια του πένθους αλλά ταυτόχρονα φιλοξενεί και τον φίλο του τον Ηρακλή. Ο Χορός στο κεκλιμένο επίπεδο του σκηνικού πατάει, παραπατάει, κυλιέται είναι μέσα στην αστάθεια, υποκριτικά, πραγματικά και σκηνοθετικά. Το εύρημα του κεκλιμένου σκηνικού με την κατρακύλα της κοινωνίας και το ο επάνω κόσμος και ο κάτω κόσμος γρήγορα εξαντλείται και γίνεται επαναλαμβανόμενο. Μια λούπα πτώσης όχι από τις καλές κι ένα χρουτς χρουτς των μικροφώνων που συνεχίζει να κυριαρχεί με το ψεύδισμα μερικών ηθοποιών να δυναμώνει και με το σίγμα και το φι να πολλαπλασιάζονται.



Ο Ηρακλής – Γιώργος Ζυγούρης με το ακορντεόν στην πλάτη, είναι η ευχάριστη, η σατιρική νότα του έργου αλλά είπαμε δεν είναι κωμωδία η Άλκηστις για να κατρακυλήσουμε σε εύκολα αστεία. Η δε Άλκηστη – Ηρώ Μπέζου είχε ήδη κατρακυλήσει στην άκρη της κατασκευής πεθαίνοντας ακριβώς πάνω από τον Θάνατο μα κατάφερε υποκριτικά να μην κατρακυλήσει καθόλου. Σωστή σε όλα της, την παραδέχτηκα την Ηρώ Μπέζου, όπως και σεβάστηκα τη Θεοδώρα Τζήμου που ώρες δυο και παραπάνω ήταν μέσα σε ακινησία, το πιο δύσκολο να πράξει ένας ηθοποιός κι ας μην ήταν σε κάποια σημεία του έργου καλά φωτισμένη. Μας κοίταζε ως Θάνατος κατάματα, τίμια. Τον Χορό τον απόλαυσα μόνο σε μια δυνατή χορογραφία που είχε, γιατί κατά τ’ άλλα οι τεχνικές αδυναμίες της παράστασης ήταν αισθητές: Ένα μικρόφωνο δεν λειτουργούσε, ενώ στα χορικά η αλληλοεπικάλυψη των φωνών, χωρίς επαρκή συγχρονισμό, έκανε την ακρόαση κουραστική και σε σημεία αποπροσανατολιστική. Όμως η κινησιολογία της παράστασης ήτανε το δυνατό και καλοδουλεμένο τους χαρτί. Η Άλκηστις πριν αποθάνει βάνει και τον όρο της: θα αυτοθυσιαστώ μα άλλη γυναίκα δεν θα μπει στο κρεβάτι σου ‘Αδμητε, άλλη μάνα δεν θα μεγαλώσει τα παιδιά μας. Θέλω να σημειωθεί αυτό γιατί αν μιλούσαμε για θυσία ή αυτοθυσία ανιδιοτελή ο Ευριπίδης δεν θα την έβαζε να θέτει κι όρους. Σοφός, πονηρός, οριακά προβοκάτορας ο Ευριπίδης μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν είναι δίκαιο να πεθάνει ο ένας για να ζήσει ο άλλος, αν η αγάπη νικά τον θάνατο, αν η φιλοξενία είναι ύψιστη αρετή, αν ο θάνατος που είναι αναπόφευκτος μπορεί να τον ασπαστεί ένας ηλικιωμένος που έχει ζήσει τη ζωή του όπως ο πατέρας του Άδμητου, ο Φέρης – Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης. Δεν θα πεθάνω εγώ για σένα λέει στον γιο του, δεν το οφείλω, με εμένα μην θυμώνεις και του ψιθυρίζει στ’ αυτί παντρέψου κι άλλη να την στείλεις στον θάνατο κι αυτή. Ωραία στιγμή της παράστασης αυτή αληθινή, δυνατή μα εμένα άλλα με βασανίζανε.



Με βασανίζανε σκέψεις για τον θάνατο της «επιδαύριας» φωνής, τη χρήση των μικροφώνων. Για το αρχαίο δράμα που γίνεται αστικό τηλεοπτικό δράμα με τη χρήση μικροφώνων. Για μια γενιά ηθοποιών ανεκπαίδευτων να σταθούν γυμνοί με τη φωνή τους να γεμίσουν ένα θέατρο ν’ αντέξουν να βγάλουν μια θεατρική παράσταση για δυο μόνο μέρες στην Επίδαυρο. Έρχεται και η σκηνή πένθους του Άδμητου που σέρνεται στο σκηνικό και μιας και το μικρόφωνο δεν είναι καν χειλόφωνο χαλάει κι ακούω όλο σχεδόν το τέλος της παράστασης με ένα χαλασμένο μικρόφωνο. Μου αξίζει; Αξίζει σε αυτούς που πλήρωσαν; Αξίζει στον ίδιο τον Νιάρρο; Ο Ηρακλής φέρνει την Άλκηστη στην πλάτη, την φορά σαν λεοντή και το εύκολο χιούμορ ξανάρχεται αλλά ο Ζυγούρης έχει αντανακλαστικά εντοπίζει το αυτί του ότι κάτι δεν πάει καλά με τον ήχο και προσπαθεί να φτιάξει το μικρόφωνό του. Ο Νιάρρος συνεχίζει να μιλά με κακό ήχο – εις βάρος της σκηνικής παρουσίας του. Δέεται ο ηχολήπτης μετά από ώρα να του κλείσει το μικρόφωνο και επιτέλους ακούμε τη φωνή του καθαρή. Όλο αυτό αμαύρωσε και την πιο δυνατή κατ’ εμέ σκηνή του έργου. Μια Άλκηστις, ακίνητη, αμίλητη με έναν Άδμητο να την αγκαλιάζει, να πέφτει στα πόδια της και κάπως σαν να της ζητά συγχώρεση. Μα θα του τηνε δώσει άραγε σαν περάσουνε οι τρεις οι μέρες κι αποκτήσει τη λαλιά της; Τα φώτα σβήνουν, ο Θάνατος φωτίζεται και τα τελευταία του λόγια ακούγονται: «Όλα είναι βία».
Ακολουθεί ένα χειροκρότημα χλιαρό, ένας θίασος πάνω σε μια υπερυψωμένη σκηνή και οι συντελεστές κάτω στην ορχήστρα για την υπόκλιση κι εκεί που λες τα πράγματα δεν μπορούν να πάνε χειρότερα, εμφανίζονται μέλη του ΣΕΗ να μας διαβάσουν τα αιτήματά τους. Ο θίασος απλώνει το πανό που αναγράφει «αυτή είναι η χρονιά της συλλογικής σύμβασης εργασίας». Μια ηθοποιός μέλος του ΣΕΗ με βραχνή φωνή διαβάζει το χαρτί με τα αιτήματα, κανείς δεν μπορεί να την ακούσει. Ο ηθοποιός και μέλος του Χορού Ελισσαίος Βλάχος πάει στην άκρη του σκηνικού, ξαπλώνει να την προσεγγίσει, να πάρει το χαρτί να το διαβάσει εκείνος, κάπως να βοηθήσει ν’ ακουστούν τα αιτήματα αλλά τα μέλη του ΣΕΗ του κάνουν νόημα ότι δεν χρειάζεται. Ήδη το κοινό έχει αρχίσει ν’ αποχωρεί και κάποιοι χειροκροτούν. Εκεί λοιπόν αρχίζω να σκέφτομαι για τις συμβάσεις εργασίας συνδέοντας στο νου μου τη βραχνή φωνή σε μια παράσταση που αμαυρώθηκε με τεχνικά προβλήματα μικροφωνικά. Δέχομαι ότι δεν έχουμε όλοι το ίδιο γούστο, δεν έχουμε όλοι τις ίδιες απόψεις συμφωνώ στο να διαφωνούμε. Μπορεί η παράσταση του Καραντζά για κάποιους να ήτανε αριστούργημα και όλες οι ερμηνείες των ηθοποιών να ήτανε ό,τι καλύτερο έχει να μας δώσει η νέα γενιά ηθοποιών, αλλά δεν θα αποδεχτώ ότι τα τεχνικά προβλήματα εξαιτίας των μικροφώνων δεν μας χάλασαν όλων την εμπειρία της θέασης. Χρειαζόμαστε και καλύτερη ειδική εκπαίδευση ηθοποιών, να μπορούν να σταθούν για δυο μέρες δίχως μικρόφωνα στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.


Αποχωρώ και ’γώ από το Θέατρο κι οι ταξιθέτες φωνάζουν σε έναν άντρα, μην κατεβαίνετε από τις κερκίδες, εκείνος συνεχίζει, μας σπρώχνει, βρίζεται με άλλους, πατάει στην ορχήστρα, τον απομακρύνουν. Καμία παιδεία, καμία ευγένεια, μόνο βρισιές. Μέσα στην όλη ταραχή και απογοήτευσή μου αναρωτιέμαι για την «κατρακύλα» μας. Ως κοινό, ως ηθοποιοί, ως καλλιτέχνες. Σκέφτομαι οι συνεργάτες του Καραντζά και ο ίδιος κατάλαβαν ότι η παράσταση χαντακώθηκε από τα χαλασμένα μικρόφωνα; Θα αναλάβουν τις ευθύνες που τους αναλογούν: σκηνοθέτης, ηθοποιοί και τεχνικοί; Περπατούσα ανάμεσα στο κοινό τους κι αντιλήφθηκα ότι τα συναισθήματά τους είναι ανάμεικτα. Άλλοι μιλούσαν για ένα άγχος τους μην πέσουν οι ηθοποιοί από το σκηνικό, άλλοι για ηθοποιούς που τους θύμιζαν καρικατούρες, άλλοι για το πόσο ενοχλητικό ήταν το τεχνικό πρόβλημα, άλλοι για Χορό ανιαρό. Για την Ηρώ Μπέζου λέγανε τα καλύτερα. Συνέχιζα να σκέφτομαι θυμωμένος, σιωπηλός ανάμεσα στων ανθρώπων τις φωνές.
Καθώς πήγαινα να πάρω παγωτό να δροσίσω το μέσα μου που έβραζε, αποφάσισα ότι πολύ θα μου άρεσε του χρόνου να δω παράσταση στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου δίχως μικρόφωνα, ν’ ακούσω ένα λαχάνιασμα, ένα γρέζι, μια βραχνάδα, απ’ το ν’ ακούω μικρόφωνα χαλασμένα, διπλή ηχώ από τη φωνή που ακούγεται από το μόνιτορ της ορχήστρας. Αποζητώ την ανατριχιαστική άχνα του Χορού να γεμίσει τον χώρο. Αποζητώ ηθοποιούς – αθλητές που προσέχουν τη φωνή τους, την τοποθέτησή τους, την ορθοφωνία τους. Αλλιώς θ’ αποδεχτώ ότι ο τελευταίος που ανέβασε παράσταση δίχως μικρόφωνα ήταν ο Τερζόπουλος κι ότι μετά από μια γενιά ηθοποιών – αθλητών θα έχουμε ηθοποιούς που τονίζουν απλώς σωστά το κείμενο που πρέπει ν’ αποδώσουν.
Ξύπνησα της Κυριακής το πρωινό με μεγάλο βάρος, το θέατρο είναι μια εμπειρία που στην Επίδαυρο πολλαπλασιάζεται επί τρία, πώς να ξυπνήσεις μετά χαρωπός; Πώς να λησμονήσεις την ταραχή; Πώς η φωνή του Απόλλωνα μπορεί να περάσει μέσα από ένα καλώδιο ηλεκτρικό; Πώς η μέθεξη της βακχείας ψηφιοποιείται; Άλκηστες να αυτοθυσιαστούν δεν θα βρεις, ανασταίνονται μα παραμένουν σιωπηλές – συνένοχες με τα μικρόφωνά τους φορεμένα για να ‘ναι εύκολες οι πνοές κι ας ξεψυχούν μαζί με ένα θέατρο που πεθαίνει, που χάνεται και υπομένει…

Info παράστασης:
Άλκηστις του Ευριπίδη | Περιοδεία
Πηγή: elculture
Σχετικά άρθρα
- Όλα όσα είδαμε στο πρώτο διήμερο του 30ου Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας (1.000)
- Η Κατερίνα Φωτεινάκη μοιράζεται το Ημερολόγιο Προβών για την μουσική παράσταση «Ταρώ του Οδυσσέα» (1.000)
- Musical Snapshots: “The Black Album” – Σαν σήμερα κυκλοφόρησε ο δίσκος των Metallica που δίχασε κοινό και κριτικούς (1.000)
- Ανταπόκριση από το 47ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας – Tελετή έναρξης και οι πρώτες εντυπώσεις (1.000)
- Ο Μάρκος Γέττος μοιράζεται το Ημερολόγιο Προβών για την «Τελευταία απολογία του Νίκου Κοεμτζή» (1.000)
Δημοσίευση από AutoPolis, Βρίσκεται στις κατηγορίες Πολιτισμός και Ψυχαγωγία

Εμείς και εσείς σε επαφή







