«Φρανκεστάιν» του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο: Κι ύστερα φτιάχτηκε το τέρας



28/11/2025 - 04:54

Μετά από εμφανίσεις, σε ως τώρα πάνω από 430 ταινίες μεγάλου μήκους, πάνω από 210 μικρού, 85 τηλεοπτικές σειρές και 340 τηλεοπτικά επεισόδια, στα οποία κάνει την εμφάνισή του είτε ο Φρανκεστάιν αυτοπροσώπως είτε κάποια άλλη πολύ επηρεασμένη από τον ίδιο φιγούρα, το πλάσμα που πρωτοσυνέλαβε ένα βροχερό καλοκαίρι του 1816 η φαντασία της δεκαεννιάχρονης Μαίρη Σέλλεϊ σε ένα κερδισμένο στοίχημα με τον Λόρδο Βύρωνα, τον Πέρσι Σέλλεϊ και τον Τζον Πολιντόρι για το ποιος θα γράψει την πιο τρομακτική ιστορία φαντασμάτων, τώρα πρωταγωνιστεί και στην εκδοχή του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, που στην Ελλάδα δυστυχώς προβάλλεται μόνο στο Netflix, καθώς σε αντίθεση με άλλες χώρες που πήρε κάποια κινηματογραφική διανομή, εδώ δεν πήρε καθόλου.

Ήταν αν όχι όνειρο ζωής, πάντως όνειρο δεκαετιών για τον Μεξικανό δημιουργό, και δεν θα υπήρχε πιο κατάλληλος για να μας δώσει τη δική του ματιά, ή εν πάση περιπτώσει, ανεξαρτήτως αποτελέσματος (καθώς η πολύ εγγύτητα με μια θεματική μπορεί μερικές φορές να σε εμποδίζει να την δεις από την κατάλληλη απόσταση), δεν θα υπήρχε κάποιος που θα δικαιούταν περισσότερο να το κάνει. Γιατί;  Η απάντηση βρίσκεται σε μια από τις ευχαριστήριες ομιλίες του για τη θριαμβευτική πορεία της «Μορφής του Νερού», Την είχαμε παραθέσει και στο κείμενο για εκείνη την ταινία, την βάζουμε κι εδώ, γιατί μας προσφέρει στο πιάτο την πυξίδα του, τον καταστατικό του χάρτη, το τι πρεσβεύει με το έργο του:

«Από τα παιδικά μου χρόνια ήμουν πιστός στα τέρατα. Με έχουν σώσει και μου έχουν δώσει άφεση αμαρτιών, γιατί πιστεύω ότι τα τέρατα είναι οι προστάτες άγιοι της ευλογημένης μας ατέλειας, επιτρέποντας και ενσαρκώνοντας την πιθανότητα να αποτυγχάνεις και να ζεις. Επί είκοσι πέντε χρόνια, χειροτέχνησα πολύ παράξενες μικρές ιστορίες, φτιαγμένες από κίνηση, χρώμα, ζωή και σκιές. Και σε τρεις περιπτώσεις, αυτές οι παράξενες ιστορίες, αυτά τα παραμύθια, έσωσαν τη ζωή μου. Μια με το «Στη Ράχη του Διαβόλου», μια με τον «Λαβύρινθο του Πάνα» και μια με τη «Μορφή του Νερού». Γιατί ως σκηνοθέτες έχουμε κάνει συμφωνία με έναν ιδιαίτερα αναποτελεσματικό διάβολο, που ανταλλάσσει τρία χρόνια της ζωής μας με μια καταχώρηση στο imdb. Kι αυτά για μας είναι βιογραφία και μαζί είναι ζωή». 

alt

Πώς τα πήγε όμως στον δικό του Φρανκεστάιν; Η γνώμη μου είναι ότι ενώ η ταινία δεν πάσχει ούτε από κάποιο διχασμό στη φόρμα ούτε από κάποιο διχασμό στο περιεχόμενο, ότι ενώ έχουμε να κάνουμε με ένα ενιαίο και συμπαγές αισθητικό και αφηγηματικό σύνολο, καταλήγει παρόλα αυτά σαν να είναι δύο ταινίες. Στην πρώτη, στην ταινία που παρακολουθούμε το σκέλος που οδήγησε στη δημιουργία του τέρατος, υπάρχει ένας μεγάλος ελέφαντας στο δωμάτιο και λέγεται “Poor Things”, το οποίο ήταν ούτως ή άλλως επίσης μια κάποιου είδους παραλλαγή στον μύθο. Καταλαβαίνω ότι πολλές φορές τέτοιους είδους συγκρίσεις που δεν εξετάζουν αυτή καθαυτή μια ταινία, εκτός από τυχόν άδικες μπορεί να είναι κάλλιστα και αυθαίρετες, γιατί δεν σημαίνει ότι όσοι δουν τον «Φρανκεστάιν» έχουν δει και το ”Poor Things”. Kι όμως, όσο μη εμπειρικά επαληθεύσιμος κι αν είναι αυτός ο ισχυρισμός, θεωρώ ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι σαν να υπάρχει κάπου εκεί έξω στην ατμόσφαιρα μια κοινή παραδοχή, ένα νέο δεδομένο: η γλώσσα έχει πάει παρακάτω, έχει προσφερθεί μια οπτική ενός κόσμου τόσο φρέσκια, που η επαναφορά στην παλιά την κάνει να μοιάζει από ξεπερασμένη έως αρτηριοσκληρωτική. Και εν προκειμένω σε κάνει ακόμα κι αν θαυμάζεις επιμέρους εικόνες και σκηνές, να παρακολουθείς την ιστορία με μια συγκατάβαση. Ό,τι ήταν στο “Poor Things” λοξό και είχε πάει σε άλλα επίπεδα, εδώ παραμένει σε βαθμό διδακτέας ύλης και ηθικού διδάγματος ευθύ. Για να φτάσουμε σε μια σκηνή που ο ντελ Τόρο ετοιμάζεται να βάλει τον Όσκαρ Άιζακ και τη Μία Γκοθ να χορέψουν και να αρχίζεις να φωνάζεις, όχι, έχε λίγο επίγνωση, ρε Γκιγιέρμο, μην το φτάσεις ως εκεί, μόνο και μόνο για να υποψιαστείς ότι την έχει τελικά την επίγνωση και την κάνει την αναφορά του στον χορό του “Poor Things”. Aλλά ναι: η διαφορά ανάμεσα στους δύο χορούς συνοψίζει τη διαφορά ανάμεσα στο “Poor Things” και τον «Φρανκεστάιν».

alt
alt

Ακόμα και ο εντυπωσιακός εικαστικά κόσμος που έχει χτίσει, βοηθούμενος από το διόλου ευκαταφρόνητο μπάτζετ, νιώθεις ότι χρειαζόταν τη μεγάλη οθόνη και τη συνθήκη του κινηματογράφου, όχι μόνο για να γίνει πιο υποβλητικός, αλλά και πιο πιστευτός. Όσο κι αν είναι οι πλατφόρμες των μικρών οθονών που χρηματοδοτούν τέτοια πρότζεκτ, καθιστώντας εφικτή την υλοποίησή τους, τέτοιες εικόνες και τέτοιοι κόσμοι δεν είναι προορισμένοι για αποκλειστικά μικρές οθόνες. Ασφυκτιούν τόσο μέσα τους ώστε χάνουν κάτι από την ίδια τους την αλήθεια.

Υπάρχει όμως η δεύτερη ταινία, στην οποία το παιχνίδι γυρίζει. Όταν το τέρας τελικά δημιουργείται, ο ντελ Τόρο βρίσκεται στο προνομιακό του πεδίο, στον χώρο που γεννήθηκε για να ζει, με αποτέλεσμα να αρχίσει να απελευθερώνει όλη αυτή την εντελώς δική του ιδιαιτερότητα, ευαισθησία, πετριά. Τώρα, με το τέρας συναρμολογημένο, δημιουργημένο, έτοιμο, μπορεί να το συναισθανθεί για μια ακόμη φορά όπως άλλος κανείς, να μας δείξει πόσο παρεξηγημένο είναι για μια ακόμη φορά όπως άλλος κανείς, να μας δείξει πόσο αξιολάτρευτο είναι για μια ακόμη φορά όπως άλλος κανείς. 

Η ρομαντική ιστορία ανάμεσα στο τέρας και τη νέα γυναίκα δεν έχει τίποτα από τη σεξουαλικότητα του «Δράκουλα» του Κόπολα και των διαφόρων Νοσφεράτου (με πιον πρόσφατο του Έγκερς). Δεν υπάρχει τίποτα το καταραμένο εδώ, τίποτα το διαστροφικό, τίποτα που προσπαθεί να εξορύξει ένα λάγνο φως μέσα από το σκοτάδια. Έχουμε μια γυναίκα που σύμφωνα με τα ίδια της λόγια δεν άνηκε ποτέ σε αυτόν τον κόσμο. Έψαχνε και ποθούσε κάτι που δεν μπορούσε καν να το ονοματίσει: κάτι υπερβατικό, ένα ιδανικό αγνότητας, παρόλη την εξωτερικά τρομακτική μορφή του το τέρας ενσαρκώνει την ψυχική αγνότητα. Και δίπλα στη νέα γυναίκα, ένας ακόμα ατελής άνθρωπος, ο τυφλός γέρος άντρας, δεν μπορεί να δει τη μορφή του, μπορεί όμως να νιώσει και με το παραπάνω την ανάγκη τρυφερότητας που έχει αυτό το πλάσμα, καθώς και το πόσο λαχταρά να την ανταποδώσει.

[embedded content]

Αξίζει επίσης να πούμε δυο κουβέντες για το πόσο επιμένει ο ντελ Τόρο να μας παρουσιάζει αυτή την αντιστροφή της έννοιας και της λειτουργίας του θανάτου. Προφανώς και δεν είναι μια ιδέα που θα πρωτοσυναντήσουμε σε μια ταινία του 2025, αλλά ακόμη κι έτσι είναι μια ιδέα που στέκεται απέναντι σε μια θεμελιώδη υπαρξιακή παραδοχή: τον τρόμο του θανάτου, το τραύμα της θνητότητας. Εδώ όμως, ένα πλάσμα που δεν μπορεί να πεθάνει βιώνει ως υπαρξιακή καταδίκη την αθανασία, τη μη δυνατότητα να απαλλαγεί ποτέ από ό,τι τον πονάει, τη διαρκή επιστροφή σε μια ζωή χωρίς οίκτο.

Ο Όσκαρ Άιζακ είναι πολύ σημαντικός ηθοποιός, εδώ όμως θεωρώ κι ότι είναι εκείνος που κατεξοχήν αδικείται από όσα είπαμε πιο πάνω για την «πρώτη» ταινία. Καλείται να ανταποκριθεί σε έναν πολύ φωναχτό ρόλο, τον οποίο -ας επαναληφθώ ξανά- είναι σαν να τον υπονομεύει όλο το “Poor Things”. Ο Τζέικομπ Ελόρντι αποδίδει και εκπέμπει όλη την τρυφερότητα που θέλει ο ντελ Τόρο από το τέρας του, αλλά είναι τόσο αγνώριστος που δυσκολεύεσαι να τον διακρίνεις πίσω από το τέρας. Ο Κρίστοφ Βαλτς απλά σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς γίνεται να έχει παίξει τελικά σε τόσο λίγες καλές ταινίες, πώς γίνεται να μην έχει κάνει παρά τα δύο όσκαρ του τεράστια καριέρα: είναι θέμα κακού ατζέντη, κακών δικών του επιλογών, είναι θέμα ότι δεν υπάρχουν πια κατάλληλοι ρόλοι για ανθρώπους που δεν ανταποκρίνονται στα πρότυπα εξωτερικής εμφάνισης των μεγάλων σταρ, ποιος ξέρει; O 79χρονος Τσαρλς Ντανς, όσο αγαπημένος κι αν είναι κι όσα καντάρια στόφας κι αν κουβαλά, μοιάζει ηλικιακά παράταιρος για τον ρόλο του πατέρα μικρών παιδιών. Η Μία Γκοθ αναδεικνύεται και με τα υπέροχα κοστούμια της και κυρίως με έναν ρόλο που της προσφέρει αβανταδόρικες συναισθηματικά σκηνές στις οποίες ανταποκρίνεται.

Ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο διέπεται από έναν εφηβικό ενθουσιασμό. Το σινεμά του δεν έχει τίποτα το meta, το ειρωνικό, το υπεράνω, το αποστασιοποιημένο, το κυνικό, το σκληρό. Πέφτει με τα μούτρα στο συναίσθημα και δεν τον νοιάζει τι θα πει ο οποιοσδήποτε. Και πάρα πολύ καλά κάνει. Άλλοτε του πετυχαίνει, όπως στις σκηνές του τέρατος με τον τυφλό γέρο άντρα και τη νέα γυναίκα, άλλοτε μπορεί να φαντάζει πιο πομπώδες και αφελές, όπως ειδικά στις τελευταίες σκηνές με τον δημιουργό του. Η ρίζα όμως είναι η ίδια. Έχει φτιάξει με τις ταινίες του έναν κόσμο στον οποίο τα τέρατα μπορούν να είναι «οι προστάτες άγιοι της ευλογημένης μας ατέλειας» και όλοι εμείς οι ατελείς να ανάβουμε ένα κεράκι στα ίδια και σε κάθε τι παρεξηγημένο, συκοφαντημένο και εκδιωγμένο, επειδή δεν ταίριαζε στα πάσης φύσης πρότυπα των πολλών. 

alt
alt

Adblock test (Why?)

Πηγή: elculture


Σχετικά άρθρα


Δημοσίευση από , Βρίσκεται στις κατηγορίες Πολιτισμός και Ψυχαγωγία

Σχολιάστε το άρθρο

*


Τελευταία άρθρα

Γκαλερί

Σχεδιασμός από MOD creative studio