Το όνειρο του γέρο-Γιάννη…


29/04/2019 - 21:55

Του Θοδωρή Γιάνναρου

«Αυτοί που έμειναν πίσω, ξέχασαν εκείνους που έφυγαν… ξέχασαν και πώς είναι τα συναισθήματα…. και απ’ ότι φαίνεται, μάλλον δεν τα θυμήθηκαν ποτέ ξανά!”.

Την πέρασε τη ζωή του κι ο γέρο-Γιάννης μακριά από τα χώματα που τον εγέννησαν -ζωή παραδαρμένη, καραβοτσακισμένη, χωρις όμως, να τη μάδησε την ψυχή του η μιζέρια. Ποτέ στη ζωή του δε μάσησε ο γερό-Γιάννης και ποτέ δεν παραπονέθηκε για τις δυσκολίες και τους χαμούς που βίωσε… Όλη του τη ζωή την έζησε με αξιοπρέπεια στα ξένα, με μόνο μια επιθυμία να τον ταλανίζει: να γυρίσει κάποτε στη χώρα που αγάπησε όσο τίποτε άλλο, που μέσα του ένοιωθε πως φεύγοντας την πρόδωσε, παρ’ όλο που εκείνη ξεγράψε, όλους εκείνους που με βαριά καρδιά έφυγαν και που στην πραγματικότητα, η ίδια έδιωξε…

Τον βασάνιζε μια ολόκληρη ζωή, της πατρίδας ο ατέλειωτος καημός, και σαν είδε κι απόειδε πως ελπίδα πια δεν του απόμεινε, σαν άρχισε κι ένοιωθε στα γέρικα στήθια του, του χάρου την ανάσα, το πήρε απόφαση και τράβηξε στα παιδικά λημέρια, να κρυφτεί στις αναμνήσεις του!

Αλλόκοτος γέρος αυτός ο Γιάννης! Για του κόσμου τα μεγαλεία δεν τον πολυένοιαξε ποτέ… ωστόσο να γυρίσει από τα ξένα και να ρίξει τελευταία άγκυρα κοντά στους δικούς του, με τέτοια χάλια ύστερα από χρόνια και καιρούς, μέσα από αγωνίες και βάσανο, δεν του πολυκάθονταν, αν και οι περισσότεροι δικοί του είχαν μάλλον εδώ και χρόνια πολλά χρόνια συγχωρεθεί… μα από την άλλη, όπως και να το έβλεπε… δεν του πήγαινε -δεν ήταν δα και εύκολο να το δεχθεί.

Τ’ όνειρό του ήτανε να επιστρέψει, στην πατρίδα… αλλά τι να πάει πια τώρα; Να περιφέρει τη γύμνια του… βορά στα μάτια των άλλων, που ανέμεναν τέτοιες στιγμές για να γελάσουν… Με τίποτα όμως δεν ήθελε να ρουφήξει τη στερνή του ανάσα στα ξένα και να θαφτεί σε ξένα χώματα που έτσι κι αλλιώς, δεν τον ήθελαν! «Ναι ρε…”,σκέφθηκε, «… έζησα στα ξένα, βαδίζοντας από τη μια μέρα στην επόμενη… άλλο πράγμα είναι όμως να πεθάνεις εκεί, σ’ ένα τόπο που δεν σε σκέφθηκε ποτέ, ακόμα και όταν ζούσες -σε έναν τόπο παράταιρο!”.

«Να σε παραχώσουνε…”, σκέφτονταν, «…μέσα στην κρύα εκείνη τη λάσπη που ποτέ δε χώνεψες, ενώ οι πατριώτες σου να γλυκοκοιμούνται μέσα στο μοσχομυρισμένο τους χώμα; Ε!… αυτό δεν μπορούσε με τίποτα να το αντέξει ο γερό-Γιάννης.

Τ’ ονειρευότανε λοιπόν και το λαχταρούσε ν’ αποθάνει στον τόπο του, κι έτσι ξεκίνησε, με τ’ απομεινάρια του τον δρόμο του γυρισμού. Να πάει όμως μέσα στο χωριό και να πει πως «…εγώ είμαι ο Γιάννης… με ξεχάσατε ρε;”, αυτό δεν τ’ αποκοτούσε.

«Έπειτα είναι και αργά. Ποιος θα με πονέσει τώρα πια!”, έλεγε μονάχος του καθώς άραζε το βαπόρι σε λιμάνι που γειτόνευε με το δικό του αγαπημένο νησί.

Μόλις πάτησε πόδι στη χώρα εκείνη, κι ίσια στο πρώτο καφενέ, μαζί με τα μπαγκάζια του.

«Να μείνουν αυτά εδώ…”, λέει στους ανθρώπους εκεί που αλληλοκοιτιώντουσαν. «Έμενα δεν μου είναι και πολύ χρειαζούμενα. Ο πρώτος που θα ‘ρθει και είναι έτοιμος να μισέψει, του τα χαρίζετε!”… και γίνεται άφαντος.

Τραβάει κατά τη σκάλα, βρίσκει πέραμα, και σ’ ένα μερόνυχτο μέσα βολτάρει στις ολόχαρες ακρογιαλιές του αγαπημένου του νησιού, εκεί που η Πλάση λες και λούζεται κάθε στιγμή και λαμπροφοριέται θεοφώτεινη, ολοκάθαρη και παρθένα, που μήτε κουρέλι μήτε παλιόχαρτο πολιτισμού δεν βλέπει απάνω στ’ ασπρογάλαζα τα βότσαλα που στρώνονται στην ακρογιαλιά, εκεί που στα πρώτα του χρόνια έπαιζε μ’ ανάλαφρη καρδιά και μ’ αξέννοιαστο το νου, εκεί ξαναβρέθηκε τώρα κουρελιασμένος και κουρασμένος από του χρόνου τ’ απόνερα… σκυφτός και ζαρωμένος, με βουλιαγμένα τα μάτια και με χέρια τρεμάμενα, σαν τα φύλλα του θάμνου δίπλα εκεί που κάθισε.

Παράμερη εξοχή, που το καλοκαίρι μονάχα τη θυμούνται οι χωριανοί και τη διαλέγουνε για τα ξεφαντώματά τους. Τώρα όμως, άνοιξη ακόμα, ο γερό-Γιάννης πλανιότανε ολομόναχος στη ξεχασμένη απ’ όλους εκείνη γωνιά, του κόσμου, βγάζοντας αναστεναγμούς και ακατανόητα λόγια, κάθε φορά που αγνάντευε κάτι γνώριμο – ένα κορφοβούνι, που του θύμιζε της νιότης του τα χρόνια.

Αναπολούσε στον αναγαλλιασμένο του νου, τις παλιές ιστορίες, τα παλιά τα γλέντια τα αξέχαστα, παλιούς φίλους που φύγανε και τα πράματα, που κάθε κύμα της θάλασσας, σα να τα τραγούδαγε μ’ ένα μουρμουρητό απόκοσμο, εκεί που πλαγιασμένος τώρα στη ντάλα του ήλιου, μισανοίγοντας κάθε λίγο τα θολά απ’ τα δάκρυα μάτια του, να τις δει άλλη μια φορά και να βάλει μες στη ψυχή του, τις αγέραστες ομορφιές του τόπου του.

Θα ’λεγε κανείς, πως αναστήθηκε μαζί με το νου και το σμπαραλιασμένου του κορμί, το καταπονεμένο τόσα χρόνια και που τώρα πάλι μ’ άξαφνης καρδιάς καρδιοχτύπια συνταραγμένο, χεροτέρευε αντί να καλυτερέψει και σαν τα φύλλα θρόιζε.

Μόλις το βράδυ ζύγωσε και το σκοτάδι άρχισε να πλανιέται, σβήνοντας σχήματα και μορφές όπου περνούσε, μόλις τότε ένοιωσε, πως από τη στιγμή που κατέβηκε απ’ το καράβι… από τη στιγμή εκείνη λόγιαζε με μάτια ονειριασμένα τ’ αντικρινά καταπόρφυρα με την αντιφεγγιά του βασιλεμένου ήλιου, βουνά του νησιού απέναντι! Μόλις τότε θυμήθηκε, πως διόλου δε νοιάστηκε ούτε για ενός μερόνυχτου ψωμί να πάρει μαζί του και η πείνα γινόταν φανερή από τα γουργουρητό της κοιλιάς του….

«Και να μείνω και νηστικός… μια νυχτιά είναι, τι πειράζει!”, είπε κοιτάζόντας τη θάλασσα. «…θα με θρέψει της πατρίδας τ’ αγέρι ως το πρωί”, συνέχισε κι αποκοιμήθηκε στην ακρογιαλιά, δίπλα στης θάλασσας το νανούρισμα, μαγεμένος με τις μύριες εικόνες που του γέμιζαν το νου, όλες εκείνες τις ώρες που διάβαινε στα γνώριμα μονοπάτια.

Δεν τα ξανάνοιξε ποτέ τα κουρασμένα του τα μάτια ο γέρο-Γιάννης. Πιο γνωστικό κι από τους φίλους το κύμα, απάνω στη μεγαλύτερη την καλοτυχιά της πονοδαρμένης εκείνης ψυχής, τη νανούρισε με το μουρμουρητό του και την έστειλε στον αιώνιο τον ύπνο, σε μια πατρίδα που τον είχε παντελώς ξεχάσει και που ήταν μόνιμα στα όνειρά του όλα αυτά τα χρόνια… μια πατρίδα που από αυτόν μόνο ζήτησε, χωρίς να σκεφθεί ποτέ ν’ ανταποδώσει…

«Δε ζει πια εδώ και δεν έχει να περιμένει και τίποτα… Ποιός νόμισε δα πως είναι;”, ίσως κάποιοι να σκέφτηκαν, κάνοντας τον γερό-Γιάννη να χαμογελάσει από τον βράχο που αγνάντευε αγέρωχος, το φως το λαμπερό που επιτέλους θα τον απελευθέρωνε από το όνειρο το ανεκπλήρωτο που τον στοίχειωνε για μια ολόκληρη ζωή… και την Ελλάδα που τον ξέχασε!

*Ο κ. Θοδωρής Γιάνναρος είναι Μοριακός Βιολόγος-Γενετιστής, Μέλος Τομέα Υγείας της Νέας Δημοκρατίας, Υποψήφιος για την Περιφέρεια Αττικής (Νότιος Τομέας), με τον Γιώργο Πατούλη – Νέα Αρχή

email: theogiannaros@gmail.com, Twitter: @theogiannaros1, FaceBook: Theo Giannaros

Let’s block ads! (Why?)

Πηγή: capital


Δημοσίευση από , Βρίσκεται στις κατηγορίες Διάφορες ειδήσεις

Σχολιάστε το άρθρο

*



Γκαλερί

Σχεδιασμός από MOD creative studio