Τι συνέβη στην Πολωνία;


13/01/2022 - 03:21

Γράφουν η Karolina Wigura και ο Jaroslaw Kuisz

Η χώρα αποτέλεσε παλαιότερα επιτυχές παράδειγμα Δημοκρατίας. Τώρα λειτουργεί ως προειδοποιητικό «καμπανάκι” για την Ε.Ε.

Όχι πολύ καιρό πριν, η Πολωνία θεωρούνταν το πιο επιτυχημένο παράδειγμα δημοκρατικού μετασχηματισμού στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, με ηγετικό ρόλο στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Απολάμβανε δε, όπως έγραψε ο επί μακρόν Ευρωπαίος Επίτροπος Γκίντερ Φερχόιγκεν, μια «νέα χρυσή εποχή”.

Σήμερα, η χώρα βγαίνει και πάλι μπροστά. Μόνο που αυτήν τη φορά, πρωτοστατεί στην ευρωπαϊκή διάσπαση και τη δημοκρατική αποσύνθεση. Η κυβέρνηση, υπό την ηγεσία του κόμματος Δικαίου και Δικαιοσύνης, έχει επιλέξει τον δρόμο της σύγκρουσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, υπονομεύοντας την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, θεσπίζοντας νόμους που έχουν σχεδιαστεί να φιμώσουν τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και υιοθετώντας σκληρή στάση όσον αφορά τα δικαιώματα των γυναικών.

Τι συνέβη; Η απάντηση, τουλάχιστον εν μέρει, βρίσκεται στο παρελθόν. Στερημένη επί αιώνες της έννοιας του κράτους και υπό την επίβλεψη εξωτερικών δυνάμεων, η Πολωνία έχει αποκτήσει μια τραυματική, «νευρώδη” αίσθηση του «είναι” της. Η σημερινή κυβέρνηση έχει προσπαθήσει να διοχετεύσει αλλού αυτήν την «ταραχή”, τασσόμενη κατά των μεταναστών, των Βρυξελλών και των φιλελευθέρων, με στόχο να δημιουργήσει την αίσθηση του «φρουρίου”. Παρά τις περιστασιακές αποτυχίες, όπως η απόφαση του προέδρου να ασκήσει βέτο στο αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο για τα μέσα ενημέρωσης, τα έχει καταφέρει.

Η χώρα, φυσικά, δεν είναι η μόνη που εκπροσωπεί πολιτικά τη Δεξιά. Σε όλη την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, όπου πολλές χώρες έχουν να «αφηγηθούν” τη δική τους ιστορία κατοχής και ξένης δυνάστευσης, οι εθνικιστικές κυβερνήσεις ή τα εθνικιστικά πολιτικά κινήματα είναι κάτι συνηθισμένο. Η περιοχή, τα πειράματα της οποίας με τον εθνικισμό έχουν μεγάλη απήχηση σε όλη τη Δύση, αποτελεί ένα είδος «δοκιμαστικού σωλήνα”. Με συντονισμένες προσπάθειες από σύσσωμη την αντιπολίτευση, η χώρα μπορεί ακόμη να επιστρέψει στον φιλελευθερισμό και τη δημοκρατία. Αλλά εάν κάποιος θέλει να αποκτήσει μια αίσθηση του τι μπορεί να επιφυλάσσει το μέλλον για την Ευρώπη, αρκεί να κοιτάξει την Πολωνία.

Η περίπτωσή της συνδυάζει κάτι πολύ περίεργο. Παρότι η κυβέρνησή της συχνά κατηγορείται δικαίως για εθνικισμό, οι αξιωματούχοι της φαίνεται να επιλέγουν έναν άλλο, πιο «εύπεπτο” όρο: την «κυριαρχία”. Σε πρόσφατη ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο πρωθυπουργός της χώρας Ματέους Μοραβιέτσκι επανέλαβε τρεις φορές τον συγκεκριμένο όρο σε μία μόνο πρόταση. «Αυτό που χρειάζεται”, είπε, «είναι μια κυρίαρχη απόφαση σχετικά με τις κυρίαρχες αποφάσεις από κυρίαρχα κράτη μέλη”.

Ίσως πρόκειται για θέμα φτωχής ρητορικής. Αλλά η έμφαση δεν είναι τυχαία. Η κυβέρνηση παρουσιάζεται σταθερά ως υπερασπιστής της κυριαρχίας της Πολωνίας. Κάτι που φαίνεται να αρέσει σε πολλούς ψηφοφόρους. Μετά από έξι χρόνια στην εξουσία, το κυβερνών κόμμα εξακολουθεί να ηγείται στις δημοσκοπήσεις. Και πίσω από τη μακροπρόθεσμη στήριξη που απολαμβάνει, βρίσκονται τα τραύματα του παρελθόντος.

Το 1795, η Πολωνία «διαγράφηκε” από τον χάρτη μετά από 800 χρόνια παρουσίας, διαμοιραζόμενη στην Πρωσία, στη Μοναρχία των Αψβούργων και τη Ρωσική Αυτοκρατορία. Για σχεδόν δύο αιώνες, το όνειρο της αποκατάστασής της ως ανεξάρτητο κράτος αναλίσκετο στις πνευματικές και πολιτικές προσπάθειες της πολωνικής ελίτ. Υπήρξε μια μικρή περίοδος αυτοκυριαρχίας μεταξύ των πολέμων, αλλά τερματίστηκε με ένα νέο τραύμα: την πλήρη απαλοιφή του κράτους το 1939. Μετά τον πόλεμο, η χώρα εντάχθηκε στη σφαίρα κυριαρχίας της Σοβιετικής Ένωσης, παραμένοντας υπό κατοχή για μισό αιώνα.

Μετά τη δημοκρατική επανάσταση του 1989, η Πολωνία ανέκτησε την κυριαρχία της. Το ερώτημα όμως ήταν πώς θα τη διασφάλιζε. Δύο δρόμοι ανοίγονταν μπροστά της. Ο πρώτος ήταν να προσκολληθεί στη Δύση, με την ένταξή της τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και στο ΝΑΤΟ. Το σκεπτικό ήταν απλό: ανήκοντας σε ένα μπλοκ όπου τα σύνορα ήταν συμπεφωνημένα και απαραβίαστα, η κυριαρχία της Πολωνίας -το δικαίωμά της σε εδαφική κυριαρχία και σύνορα- ήταν διασφαλισμένη.
Η χώρα ξεκίνησε την ένταξή της στη Δύση, και το κατάφερε με εξαιρετική επιτυχία. Η οικονομία εκτινάχθηκε, η Πολωνία βρήκε τη θέση της στην ευρωπαϊκή εθνική παλέτα και οι πολίτες της ήταν σε μεγάλο βαθμό πεπεισμένοι ότι η Δύση θα τους προσέφερε όχι μόνο ασφάλεια αλλά και μια καλύτερη ζωή. Ωστόσο, μέχρι την πλήρη ενσωμάτωση της χώρας στο μπλοκ, πολλοί είχαν ήδη απογοητευθεί. Η ελεύθερη κυκλοφορία πολιτών εντός του μπλοκ οδήγησε σε brain drain, αφήνοντας πίσω έναν γηράσκοντα πληθυσμό με ανεπαρκές σύστημα υγείας. Για τους εργαζόμενους, ο μέσος μισθός υστερούσε σε σύγκριση με αυτόν που ελάμβαναν οι δυτικοί.

Κεφαλαιοποιώντας την απογοήτευση των ψηφοφόρων, ο Γιαρόσλαφ Κατσίνσκι, ηγέτης του κόμματος Δικαίου και Δικαιοσύνης, άρθρωσε επιδέξια μια νέα ρητορική υπέρ ενός δεύτερου δρόμου προς τη διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας. Η Πολωνία έπρεπε να ακολουθήσει το παράδειγμα του μεσοπολεμικού κράτους, γνωστού ως Δεύτερη Δημοκρατία, το οποίο αποκατέστησε την κυριαρχία της Πολωνίας μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν σαφέστατα μια ελκυστική πρόταση και το κόμμα κέρδισε τις εκλογές του 2015. Αλλά μια βασική πτυχή της Δεύτερης Δημοκρατίας αγνοήθηκε: ήταν, μετά το πραξικόπημα του 1926, ένα αυταρχικό κράτος. Η δημοκρατία και το κράτος δικαίου έρχονταν σε δεύτερη μοίρα, πίσω από τη στιβαρή προβολή της κυριαρχίας.

Στα έξι χρόνια που βρίσκεται στην εξουσία, το κυβερνών κόμμα έχει δείξει ότι είναι πραγματικός κληρονόμος αυτής της παράδοσης. Έχει αποσπάσει τον έλεγχο βασικών θεσμών -όπως η εκπαίδευση, τα μέσα ενημέρωσης και το δικαστικό σύστημα- και έχει εναντιωθεί στις Βρυξέλλες. Το προηγούμενο έτος, η σύγκρουση αυτή κλιμακώθηκε: σε απάντηση στη διαδικασία επί παραβάσει που ξεκίνησε η Ευρωπαϊκή Ένωση κατά της Πολωνίας με αφορμή το σχέδιό της να αποδυναμώσει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, η κυβέρνηση σκλήρυνε τη ρητορική της περί εθνικής κυριαρχίας. (Συνεχίζει ωστόσο να διεκδικεί τα οφέλη της συμμετοχής στο μπλοκ, όπως το Ταμείο Ανάκαμψης από την πανδημία).

Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης στο σύνορα της Πολωνίας με τη Λευκορωσία, όπου χιλιάδες μετανάστες πίεζαν να εισέλθουν στο μπλοκ, η κυβέρνηση κατέδειξε πώς θα μπορούσε να είναι η αυτόνομη πορεία. Απέρριψε την προσφορά βοήθειας από το μπλοκ και αρνήθηκε να δεχθεί όσους έφτασαν στο έδαφός της. Προς το παρόν, η συγκρουσιακή προσέγγιση λειτουργεί: η πλειοψηφία του κόσμου στηρίζει την απόφαση της κυβέρνησης, και η κρίση φαίνεται να ενίσχυσε την υποστήριξη προς την κυβέρνηση.

Αλλά υπήρξε και κόστος. Η αυξανόμενη απομόνωση της χώρας -η οποία κατά την κυβέρνηση αποτελεί σημάδι ανεξαρτησίας της Πολωνίας- στην πραγματικότητα την καθιστά πιο επιρρεπή στην επιρροή της Ρωσίας, γεγονός που οι αξιωματούχοι της αρνούνται να παραδεχθούν. Η κατάσταση στην Ουκρανία υποδηλώνει πού θα μπορούσε να οδηγήσει αυτό. Προς αποφυγή της εισβολής, ο πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντίμιρ Πούτιν, απαίτησε, μεταξύ άλλων, από το ΝΑΤΟ να περιορίσει την ανάπτυξη στρατευμάτων σε πρώην κομμουνιστικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Πολωνίας. Η ζοφερή προοπτική να βρεθεί η χώρα εκ νέου υπό ρωσική κηδεμονία είναι πιθανή.

Ωστόσο, προς το παρόν, η κυβέρνηση φαίνεται να αντλεί δύναμη από το κοινό αίσθημα που είναι διάχυτο στη Δύση. Η κυριαρχία, ως οργανωτική αρχή πολιτικής δράσης, επανήλθε. Στη Βρετανία και την Αμερική, φυσικά, οι κραυγές για αποκατάσταση της ξεθωριασμένης εθνικής δόξας οδήγησε τη μεν πρώτη στο Brexit και τη δεύτερη στην προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ. Στην Ευρώπη, ο κ. Κατσίνσκι στην Πολωνία και ο πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία αναδεικνύονται σε εμπνευστές της «σκληρής δεξιάς”, και αποτελούν παραδείγματα για τον Ερίκ Ζεμούρ και τη Μαρί Λε Πεν στη Γαλλία και τον Ματέο Σαλβίνι και την Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία.

Παρ’ όλες τις διαφορές τους, οι εν λόγω πολιτικοί μοιράζονται το ίδιο όραμα: να ενισχύσουν την εθνική μνησικακία, σε βάρος της συνοχής της ηπείρου. Εάν επιτύχουν, θα μπορούσαν ενδεχομένως να βάλουν ένα τέλος στο δυτικό μοντέλο της φιλελεύθερης δημοκρατίας όπως την ξέρουμε. Και αν δεν καταφέρει να χαλιναγωγήσει τη «νευρώδη” κυριαρχία της εν μέσω μια δημοκρατικής συνεργασίας, η Πολωνία μπορεί να ανοίξει τον δρόμο προς τα εκεί.

*Η Karolina Wigura είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος Kultura Liberalna της Βαρσοβίας και μέλος της Ακαδημίας Robert Bosch του Βερολίνου. Ο Jaroslaw Kuisz είναι αρχισυντάκτης της πολωνικής εβδομαδιαίας εφημερίδας Kultura Liberalna και συνεργάτης του Πανεπιστημίου Κέιμπριτζ.

© 2022 Διατίθεται από το «The New York Times Licensing Group»

Adblock test (Why?)

Πηγή: capital


Δημοσίευση από , Βρίσκεται στις κατηγορίες Διάφορες ειδήσεις

Σχολιάστε το άρθρο

*



Γκαλερί

Σχεδιασμός από MOD creative studio