«Σπασμένη Φλέβα» του Γιάννη Οικονομίδη: Στο σπίτι σου, Δευτέρα πρωί.



02/12/2025 - 19:11

Procedural (απ’ το procedure) ονομάζονται οι ταινίες και οι σειρές που εστιάζουν βήμα-βήμα στη διαδικασία επίλυσης ενός εγκλήματος, μιας υπόθεσης ή μιας έρευνας (αστυνομικής, δημοσιογραφικής, νομικής κλπ). Η «Σπασμένη Φλέβα» δεν θα μπορούσε να έχει πιο στοχοπροσηλωμένη υπόθεση. Μεσήλικος άντρας, που ήδη βλέπει την τράπεζα να του παίρνει το το τριώροφο οίκημα που στέγαζε την κληρονομημένη απ’ τον πατέρα του επιχείρησή του (Μπάνιο – Δάπεδο), τώρα είναι ελάχιστες μέρες μακριά απ’ το να δει να του παίρνει και το σπίτι (το ρετιρέ οροφοδιαμέρισμα του στη Βούλα με θέα στη θάλασσα) ένας τοκογλύφος. Τι κι αν το ‘χανε γράψει με τη γυναίκα του στην κόρη τους για να μην το πάρει κι αυτό η τράπεζα; Εκείνος, σαν να μην του έφταναν τα προηγούμενα χρέη, είχε δανειστεί κι απ’ τον τοκογλύφο, έχοντας βάλει κρυφά απ’ τη γυναίκα του την κόρη του να υπογράψει για το σπίτι.

Όλη μα όλη η ταινία είναι λοιπόν η δαιδαλώδης προσπάθειά του να μαζέψει μέσα στις λίγες μέρες που απομένουν τα λεφτά που χρωστάει: 327.000 ευρώ και μερικά σεντς. Τα σεντς ενδεχομένως να μπορεί να τα χαρίσει ο τοκογλύφος, οτιδήποτε λιγότερο από 327.000 ευρώ όμως κι αν μαζέψει, θα συνεπάγεται ότι τη Δευτέρα το πρωί μπαίνει σπίτι τους, το οποίο εφεξής γίνεται δικό του. Κι αν δεν το έχουν αδειάσει και εγκαίρως, κρατάει και ό,τι έχει μέσα. 

alt

Ο Θωμάς Αλεξόπουλος λοιπόν θα μπει σε αυτή τη διαδικασία. Και ενώ βλέποντας την ταινία όλοι εντελώς εύλογα στεκόμαστε στα ζητήματα που αφορούν τον συγκεκριμένο άνθρωπο και την προσπάθειά του να τα καταφέρει να κρατηθεί όρθιος, σε ζητήματα που αφορούν τη συμπεριφορά του, τις επιλογές του, την πορεία ζωής του, και ενώ θεωρητικά το τεχνικό ζήτημα του από πού θα βρει τα λεφτά είναι δευτερεύον, στην πράξη είναι η σεναριακή μαεστρία με την οποία ξεδιπλώνεται αυτή η κεντρική και απλούστατη ιδέα, είναι όλη αυτή η εξαντλητική βήμα το βήμα αναζήτηση που κάνει την ταινία σημαντική, καθώς επιτρέπει να αναδειχθεί η αλληλεπίδραση του ήρωα με όλους τους υπόλοιπους, καθώς σε κάθε συνάντηση και συνδιαλλαγή μαζί τους, από τη μία φωτίζονται εκείνοι και από την άλλη φωτίζεται με αλληλοδιαδοχικούς φωτισμούς και σκιάσεις ο ίδιος.

Οικοδόμημα στέρεο και στη συνέχεια συναισθηματικά επιδραστικό η ταινία γίνεται ακριβώς μέσα απ’ αυτή την αναλυτικά εκτυλισσόμενη διαδικασία, μέσα από τα εμπόδια που ο Αλεξόπουλος συναντάει, τις λύσεις που βρίσκει, τα νέα εμπόδια, την ανάγκη νέων λύσεων, μέσα από τις επιμέρους διευθετήσεις. Μια διαδικασία μη συγκεκριμένη, μια διαδικασία με την οποία θα ξεμπερδεύαμε τσάτρα πάτρα, θα αφαιρούσε απ’ την πραγματικότητα του ήρωα την αλήθειά της και δεν θα δημιουργούσε και σε εμάς την αντίστοιχη ψυχική ένταση. Με τη συνεργασία και του Βαγγέλη Μουρίκη στο σενάριο, ο Γιάννης Οικονομίδης φτιάχνει ένα procedural συγκέντρωσης χρημάτων: λίγα από εδώ, ακόμη λιγότερα από εκεί, τίποτα από πιο πέρα, περισσότερα από ακόμη πιο πέρα, ξανά τίποτα, ξανά ψάξιμο για όσα ακόμα λείπουν, δέκα μείον πέντε μείον πέντε, έξι δια δύο συν οκτώ. 

alt
alt

Υπάρχει μια γενικότερη λεπτοδουλειά στο σενάριο, είναι προφανές ότι έχει χυθεί ιδρώτας πάνω από την κάθε λεπτομέρεια, πάνω στις ραφές τις πλοκής, πάνω στη διαφοροποίηση των χαρακτήρων και των συμπεριφορών, πάνω και στη διαφοροποίηση των συμπεριφορών του ίδιου του Αλεξόπουλου. Και υπάρχει και μια αξιοθαύμαστη οικονομία και ακρίβεια στα όσα λέγονται. Λέγονται αυτά ακριβώς που πρέπει. Δεν περισσεύουν λέξεις, δεν λείπουν λέξεις. Καταλαβαίνουμε τι λέγεται, αλλά και τι δεν λέγεται. Καταλαβαινόμαστε. Ο Οικονομίδης ως σκηνοθέτης αποτυπώνει υποδειγματικά και τις σιωπές και τις αντιδράσεις σε όσα λέγονται. Επίσης, ένα ακόμη παράδειγμα, σκηνοθετικό και σεναριακό μαζί, είναι όλη η ιστορία με την Μπέτυ Αρβανίτη. Αν δεν ξέρεις από πριν τι παίζεται, όταν τη βλέπεις πρώτη φορά καθαρά παθαίνεις ένα σχετικό σοκ. Αλλά και όταν μαθαίνεις για τη σχέση της με τον ήρωα, δεν θα κάτσει το σενάριο να σου πει τι ακριβώς συμβαίνει. Απ’ την άλλη στο δείχνει: ποια η ανάγκη να στο πει κιόλας; 

Με την «Σπασμένη Φλέβα» (στα γυρίσματα της οποίας είχαμε βρεθεί προ μηνών) ο Γιάννης Οικονομίδης ξαναβρίσκει με πολύ μεγάλη σιγουριά τον βηματισμό του, μετά το κατά τη γνώμη μου μοναδικό ως τώρα μισοστραβοπάτημα του στην «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς». Έχουν προηγηθεί πριν την «Μπαλάντα», το «Σπιρτόκουτο», «Η Ψυχή στο Στόμα», ο «Μαχαιροβγάλτης», «Το Μικρό Ψάρι», ενώ έχει επίσης μεσολαβήσει στο θέατρο το «Στέλλα Κοιμήσου» και η διασκευή σε μιούζικαλ του Σπιρτόκουτου, με την ευκαιρία του οποίου είχαμε πει κάποιες σκέψεις για την πρόσληψη του έργου του είκοσι χρόνια μετά την εμφάνισή του.

Ακόμα και στην «Μπαλάντα» πάντως, το πρόβλημα με το σενάριο ήταν άλλο κι όχι ότι είχε μπει σε δεύτερη μοίρα. Πάντα στον Οικονομίδη είναι μπροστά. Και σε ένα ελληνικό σινεμά που αντιμετωπίζει το σενάριο σαν βρισιά (από τις απλές μάλιστα, ούτε καν από τα επαναλαμβανόμενα μπινελίκια με τη μουσικότητά τους στις προηγούμενες ταινίες του Οικονομίδη), σαν να προσβάλει ξέρω γω με τις άθλιες λέξεις του και την άθλια πλοκή του την αυθεντικότητα του καλλιτεχνικού οράματος, στη «Σπασμένη Φλέβα» έχουμε ένα σενάριο το οποίο δίνει ρέστα. Πάνω του βρίσκουν στέρεο έδαφος να πατήσουν ένας προς ένας και μία προς μία οι ηθοποιοί, επαγγελματίες και ερασιτέχνες, με τη Μαρία Κεχαγιόγλου να μην πατά απλώς, αλλά να απογειώνεται κιόλας σε μια ανελέητα σκληρή σκηνή. Φυσικά διευθύνονται και εξαιρετικά απ’ τον Οικονομίδη, δεν έμαθαν απλά απέξω ένα κομμάτι χαρτί.

alt
alt

Αν μπορώ να βρω ένα μείον, είναι ότι η ταινία θα μπορούσε να είχε επενδύσει λίγο περισσότερο στην ατμόσφαιρά της. Δεν είναι ότι της λείπει η ατμόσφαιρα, αλλά στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην ιστορία και τις ερμηνείες. Θα μπορούσε ας πούμε να στηρίζεται λίγο περισσότερο στα χρώματα και στις μουσικές. Κι επειδή κάθε άλλο παρά λείπει η φροντίδα συνολικά απ’ την ταινία, προφανώς είναι συνειδητές επιλογές αυτές του Οικονομίδη, ενδεχομένως με τη σκέψη ότι θα αφαιρούσε κάτι απ’ τον ρεαλισμό της ή ότι θα είχε ένα φτιασίδωμα που δεν της ταίριαζε. Ενώ για παράδειγμα κάποια βραδινά πλάνα είναι εξαιρετικά φωτογραφημένα, στα υπόλοιπα η φωτογραφία είναι πιο απρόσωπη. Επίσης, ενώ στο υπέροχο ξεκίνημα της ταινίας, η μουσική του Μπάμπη Παπαδόπουλου, σε συνδυασμό με την εικόνα που συνοδεύει, σε πιάνει απ’ τον λαιμό και σου δημιουργεί ένα αίσθημα ασφυξίας με το καλωσήρθατε, στη συνέχεια σαν να χρησιμοποιείται πάρα πολύ λίγο η μουσική ως υπόκρουση και σχολιασμός των τεκταινομένων. Τέλος, όσο γεμάτη από γυρίσματα σε διαφορετικά σκηνικά κι αν είναι η ταινία, τα κοστούμια μοιάζουν περισσότερο διεκπεραιωτικά. Εν πάση περιπτώσει όμως αυτά είναι τελικά δευτερεύοντα, τα βασικά συστατικά μιας πολύ σημαντικής ταινίας είναι παρόντα, τα υπόλοιπα απλά ίσως να την πήγαιναν ένα ακόμη επίπεδο πιο πάνω.

Προσωπικά, έχοντας στραβώσει αρκετά εσχάτως με τη δημόσια περσόνα του Βασίλη Μπισμπίκη, είχα τον φόβο ότι θα την κουβαλά και στην ταινία και ότι η ταινία κάπως θα αντανακλά αυτό το πράγμα που βγάζει εδώ και καιρό προς τα έξω, το οποίο άλλωστε εδώ που τα λέμε δεν είναι και ασύμβατο με ήρωα του Οικονομίδη. Η καχυποψία μου διατηρήθηκε μόνο με την πρώτη του εικόνα, όταν τον βλέπουμε χυμένο σε έναν καναπέ. Ευτυχώς πολύ λίγο μετά, με την πρώτη σοβαρή σκηνή του με τον γιο του στην καφετέρια, η περσόνα Μπισμπίκης άρχισε να φεύγει απ’ τα μάτια μου και στη θέση της άρχισε σιγά σιγά να σχηματίζεται ο χαρακτήρας του Θωμά Αλεξόπουλου, τον οποίο υποδύεται με ευαισθησία, βάθος κι ένα σωρό αποχρώσεις, μακριά από κάθε τι καρικατουρίστικο, εύκολο, μανιερίστικο. Εξαιρετικός.  

alt
alt

Τι είναι λοιπόν ο Θωμάς Αλεξόπουλος; Και, αρχικά τουλάχιστον, πώς να μην ταυτιστείς μαζί του, πώς να μην θελήσεις να τα καταφέρει πάση θυσία; Γιατί, σύμφωνοι, μπορείς άνετα να τον φανταστείς κάποια χρόνια πριν να ήταν ο βασιλιάς, ο άρχοντας, ο ωραίος, ο έτσι, ο αλλιώς, γιατί, σύμφωνοι, μπορείς άνετα να τον φανταστείς κάποια χρόνια πριν ως τον πιο αντιπαθητικό παπάρα. Αλλά δεν βρισκόμαστε εδώ τώρα. Έχει τιμωρηθεί για την προηγούμενη φάση του, έχει εκπέσει, έχει χάσει το μαγαζί του, σε λίγες μέρες κινδυνεύει να χάσει και το σπίτι του, στα μάτια όλων είναι ο μεγάλος αποτυχημένος, ο μεγάλος ηλίθιος, ο μεγάλος ξεφτιλισμένος. Τις έχει φάει τις πολλαπλές σφαλιάρες του, είναι πια στα σχοινιά, θέλει απλά το κεφάλι του να παραμείνει πάνω απ’ το νερό. Δεν μας είναι άγνωστος αυτός ο άνθρωπος, δεν μας είναι άγνωστος αυτός ο χαρακτήρας, ο αλαζόνας θριαμβευτής του παρελθόντος μπορεί και να μας ήταν, αλλά ο άνθρωπος που τώρα μάχεται για την επιβίωσή του, όχι. Τι ποσοστό Ελλήνων σήμερα δεν μετράει κάθε μήνα τα λεφτά του, τι ποσοστό Ελλήνων σήμερα δεν σκέφτεται ότι δεν βγαίνουν τα νούμερα κι ότι παίζει να τα χάσει όλα;  

Ο Θωμάς Αλεξόπουλος έχει γυναίκα, έχει κόρη, έχει γιο, έχει πατέρα, έχει αδελφό, έχει ερωμένη νυν, έχει ερωμένη πρώην, έχει φίλους (είχε όμως ποτέ φίλους;), έχει γνωστούς, έχει ένα σωρό ρόλους στους οποίους καλείται να ανταποκριθεί. Στους οποίους ως τώρα καλούνταν να ανταποκριθεί με έναν τρόπο και τώρα καλείται να ανταποκριθεί διαφορετικά έχοντας πάνω από το κεφάλι του τη δαμόκλειο σπάθη του υπέρογκου χρέους, η προθεσμία του οποίου λήγει. Έχει επίσης ντροπή. Μεγάλη. Ντρέπεται για εκεί που έχει φτάσει. Το κεφάλι του όταν ακούει τους εξαψάλμούς του από τον έναν και από τον άλλο είναι συχνά κατεβασμένο. Κι όταν δεν είναι, το βλέμμα του δεν είναι θυμωμένο. Ματαιωμένο και στωικό είναι. Ξέρει ότι τα έχει κάνει όσο πιο μαντάρα γίνεται. Τι δεν έχει όμως τελικά ο Θωμάς Αλεξόπουλος, παρόλη την ντροπή του; Πιθανότατα δεν ήταν πάντα έτσι, πιθανότατα σε προηγούμενα στάδια της ζωής του είχε, τώρα όμως που έχουν στενέψει τόσο ασφυκτικά τα περιθώρια, δεν έχει καμία ηθική πυξίδα. Λογοδοτεί πια μόνο στο εγώ του και την πάρτη του. Ντρέπεται που έχει φτάσει ως εδώ, δεν ντρέπεται όμως για όσα κάνει για να ξεφύγει από εδώ. Ή, και να ντραπεί στο μέλλον, τώρα πάντως τα κάνει.

Είναι κάπως και σαν ντοστογιεφσκικός ήρωας, παραδομένος σε μια ψυχική εξαχρείωση που πηγαίνει διαρκώς ένα στάδιο παρακάτω. Απότοκο αυτής της εξαχρείωσης η ευελιξία του, ο χαμαιλεοντισμός του, ένα ακόμη σπουδαίο στοιχείο του σεναρίου είναι ότι όπως κυλάνε οι εξελίξεις έτσι κι εκείνος προσαρμόζει ανάλογα με την εξέλιξή τους την ηθική του και τις επιλογές του. 

Και κάποια στιγμή θα ξημερώσει και η περιβόητη Δευτέρα που είναι να μπει στο σπίτι σου ο τοκογλύφος. Θα τα έχεις καταφέρει στο μεταξύ, Θωμά Αλεξόπουλε; Θα έχεις φέρει λύση; Θα μπορείς να κάτσεις στο σαλόνι σου μόνος σου με τη γυναίκα σου, ελευθερωμένοι από τον πιο μεγάλο βραχνά που μπορούσατε ποτέ να φανταστείτε;  

alt

Adblock test (Why?)

Πηγή: elculture


Σχετικά άρθρα

  • Unique Post

Δημοσίευση από , Βρίσκεται στις κατηγορίες Τελευταία νέα

Σχολιάστε το άρθρο

*


«Σπασμένη Φλέβα» του Γιάννη Οικονομίδη: Στο σπίτι σου, Δευτέρα πρωί.



02/12/2025 - 19:11

Procedural (απ’ το procedure) ονομάζονται οι ταινίες και οι σειρές που εστιάζουν βήμα-βήμα στη διαδικασία επίλυσης ενός εγκλήματος, μιας υπόθεσης ή μιας έρευνας (αστυνομικής, δημοσιογραφικής, νομικής κλπ). Η «Σπασμένη Φλέβα» δεν θα μπορούσε να έχει πιο στοχοπροσηλωμένη υπόθεση. Μεσήλικος άντρας, που ήδη βλέπει την τράπεζα να του παίρνει το το τριώροφο οίκημα που στέγαζε την κληρονομημένη απ’ τον πατέρα του επιχείρησή του (Μπάνιο – Δάπεδο), τώρα είναι ελάχιστες μέρες μακριά απ’ το να δει να του παίρνει και το σπίτι (το ρετιρέ οροφοδιαμέρισμα του στη Βούλα με θέα στη θάλασσα) ένας τοκογλύφος. Τι κι αν το ‘χανε γράψει με τη γυναίκα του στην κόρη τους για να μην το πάρει κι αυτό η τράπεζα; Εκείνος, σαν να μην του έφταναν τα προηγούμενα χρέη, είχε δανειστεί κι απ’ τον τοκογλύφο, έχοντας βάλει κρυφά απ’ τη γυναίκα του την κόρη του να υπογράψει για το σπίτι.

Όλη μα όλη η ταινία είναι λοιπόν η δαιδαλώδης προσπάθειά του να μαζέψει μέσα στις λίγες μέρες που απομένουν τα λεφτά που χρωστάει: 327.000 ευρώ και μερικά σεντς. Τα σεντς ενδεχομένως να μπορεί να τα χαρίσει ο τοκογλύφος, οτιδήποτε λιγότερο από 327.000 ευρώ όμως κι αν μαζέψει, θα συνεπάγεται ότι τη Δευτέρα το πρωί μπαίνει σπίτι τους, το οποίο εφεξής γίνεται δικό του. Κι αν δεν το έχουν αδειάσει και εγκαίρως, κρατάει και ό,τι έχει μέσα. 

alt

Ο Θωμάς Αλεξόπουλος λοιπόν θα μπει σε αυτή τη διαδικασία. Και ενώ βλέποντας την ταινία όλοι εντελώς εύλογα στεκόμαστε στα ζητήματα που αφορούν τον συγκεκριμένο άνθρωπο και την προσπάθειά του να τα καταφέρει να κρατηθεί όρθιος, σε ζητήματα που αφορούν τη συμπεριφορά του, τις επιλογές του, την πορεία ζωής του, και ενώ θεωρητικά το τεχνικό ζήτημα του από πού θα βρει τα λεφτά είναι δευτερεύον, στην πράξη είναι η σεναριακή μαεστρία με την οποία ξεδιπλώνεται αυτή η κεντρική και απλούστατη ιδέα, είναι όλη αυτή η εξαντλητική βήμα το βήμα αναζήτηση που κάνει την ταινία σημαντική, καθώς επιτρέπει να αναδειχθεί η αλληλεπίδραση του ήρωα με όλους τους υπόλοιπους, καθώς σε κάθε συνάντηση και συνδιαλλαγή μαζί τους, από τη μία φωτίζονται εκείνοι και από την άλλη φωτίζεται με αλληλοδιαδοχικούς φωτισμούς και σκιάσεις ο ίδιος.

Οικοδόμημα στέρεο και στη συνέχεια συναισθηματικά επιδραστικό η ταινία γίνεται ακριβώς μέσα απ’ αυτή την αναλυτικά εκτυλισσόμενη διαδικασία, μέσα από τα εμπόδια που ο Αλεξόπουλος συναντάει, τις λύσεις που βρίσκει, τα νέα εμπόδια, την ανάγκη νέων λύσεων, μέσα από τις επιμέρους διευθετήσεις. Μια διαδικασία μη συγκεκριμένη, μια διαδικασία με την οποία θα ξεμπερδεύαμε τσάτρα πάτρα, θα αφαιρούσε απ’ την πραγματικότητα του ήρωα την αλήθειά της και δεν θα δημιουργούσε και σε εμάς την αντίστοιχη ψυχική ένταση. Με τη συνεργασία και του Βαγγέλη Μουρίκη στο σενάριο, ο Γιάννης Οικονομίδης φτιάχνει ένα procedural συγκέντρωσης χρημάτων: λίγα από εδώ, ακόμη λιγότερα από εκεί, τίποτα από πιο πέρα, περισσότερα από ακόμη πιο πέρα, ξανά τίποτα, ξανά ψάξιμο για όσα ακόμα λείπουν, δέκα μείον πέντε μείον πέντε, έξι δια δύο συν οκτώ. 

alt
alt

Υπάρχει μια γενικότερη λεπτοδουλειά στο σενάριο, είναι προφανές ότι έχει χυθεί ιδρώτας πάνω από την κάθε λεπτομέρεια, πάνω στις ραφές τις πλοκής, πάνω στη διαφοροποίηση των χαρακτήρων και των συμπεριφορών, πάνω και στη διαφοροποίηση των συμπεριφορών του ίδιου του Αλεξόπουλου. Και υπάρχει και μια αξιοθαύμαστη οικονομία και ακρίβεια στα όσα λέγονται. Λέγονται αυτά ακριβώς που πρέπει. Δεν περισσεύουν λέξεις, δεν λείπουν λέξεις. Καταλαβαίνουμε τι λέγεται, αλλά και τι δεν λέγεται. Καταλαβαινόμαστε. Ο Οικονομίδης ως σκηνοθέτης αποτυπώνει υποδειγματικά και τις σιωπές και τις αντιδράσεις σε όσα λέγονται. Επίσης, ένα ακόμη παράδειγμα, σκηνοθετικό και σεναριακό μαζί, είναι όλη η ιστορία με την Μπέτυ Αρβανίτη. Αν δεν ξέρεις από πριν τι παίζεται, όταν τη βλέπεις πρώτη φορά καθαρά παθαίνεις ένα σχετικό σοκ. Αλλά και όταν μαθαίνεις για τη σχέση της με τον ήρωα, δεν θα κάτσει το σενάριο να σου πει τι ακριβώς συμβαίνει. Απ’ την άλλη στο δείχνει: ποια η ανάγκη να στο πει κιόλας; 

Με την «Σπασμένη Φλέβα» (στα γυρίσματα της οποίας είχαμε βρεθεί προ μηνών) ο Γιάννης Οικονομίδης ξαναβρίσκει με πολύ μεγάλη σιγουριά τον βηματισμό του, μετά το κατά τη γνώμη μου μοναδικό ως τώρα μισοστραβοπάτημα του στην «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς». Έχουν προηγηθεί πριν την «Μπαλάντα», το «Σπιρτόκουτο», «Η Ψυχή στο Στόμα», ο «Μαχαιροβγάλτης», «Το Μικρό Ψάρι», ενώ έχει επίσης μεσολαβήσει στο θέατρο το «Στέλλα Κοιμήσου» και η διασκευή σε μιούζικαλ του Σπιρτόκουτου, με την ευκαιρία του οποίου είχαμε πει κάποιες σκέψεις για την πρόσληψη του έργου του είκοσι χρόνια μετά την εμφάνισή του.

Ακόμα και στην «Μπαλάντα» πάντως, το πρόβλημα με το σενάριο ήταν άλλο κι όχι ότι είχε μπει σε δεύτερη μοίρα. Πάντα στον Οικονομίδη είναι μπροστά. Και σε ένα ελληνικό σινεμά που αντιμετωπίζει το σενάριο σαν βρισιά (από τις απλές μάλιστα, ούτε καν από τα επαναλαμβανόμενα μπινελίκια με τη μουσικότητά τους στις προηγούμενες ταινίες του Οικονομίδη), σαν να προσβάλει ξέρω γω με τις άθλιες λέξεις του και την άθλια πλοκή του την αυθεντικότητα του καλλιτεχνικού οράματος, στη «Σπασμένη Φλέβα» έχουμε ένα σενάριο το οποίο δίνει ρέστα. Πάνω του βρίσκουν στέρεο έδαφος να πατήσουν ένας προς ένας και μία προς μία οι ηθοποιοί, επαγγελματίες και ερασιτέχνες, με τη Μαρία Κεχαγιόγλου να μην πατά απλώς, αλλά να απογειώνεται κιόλας σε μια ανελέητα σκληρή σκηνή. Φυσικά διευθύνονται και εξαιρετικά απ’ τον Οικονομίδη, δεν έμαθαν απλά απέξω ένα κομμάτι χαρτί.

alt
alt

Αν μπορώ να βρω ένα μείον, είναι ότι η ταινία θα μπορούσε να είχε επενδύσει λίγο περισσότερο στην ατμόσφαιρά της. Δεν είναι ότι της λείπει η ατμόσφαιρα, αλλά στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην ιστορία και τις ερμηνείες. Θα μπορούσε ας πούμε να στηρίζεται λίγο περισσότερο στα χρώματα και στις μουσικές. Κι επειδή κάθε άλλο παρά λείπει η φροντίδα συνολικά απ’ την ταινία, προφανώς είναι συνειδητές επιλογές αυτές του Οικονομίδη, ενδεχομένως με τη σκέψη ότι θα αφαιρούσε κάτι απ’ τον ρεαλισμό της ή ότι θα είχε ένα φτιασίδωμα που δεν της ταίριαζε. Ενώ για παράδειγμα κάποια βραδινά πλάνα είναι εξαιρετικά φωτογραφημένα, στα υπόλοιπα η φωτογραφία είναι πιο απρόσωπη. Επίσης, ενώ στο υπέροχο ξεκίνημα της ταινίας, η μουσική του Μπάμπη Παπαδόπουλου, σε συνδυασμό με την εικόνα που συνοδεύει, σε πιάνει απ’ τον λαιμό και σου δημιουργεί ένα αίσθημα ασφυξίας με το καλωσήρθατε, στη συνέχεια σαν να χρησιμοποιείται πάρα πολύ λίγο η μουσική ως υπόκρουση και σχολιασμός των τεκταινομένων. Τέλος, όσο γεμάτη από γυρίσματα σε διαφορετικά σκηνικά κι αν είναι η ταινία, τα κοστούμια μοιάζουν περισσότερο διεκπεραιωτικά. Εν πάση περιπτώσει όμως αυτά είναι τελικά δευτερεύοντα, τα βασικά συστατικά μιας πολύ σημαντικής ταινίας είναι παρόντα, τα υπόλοιπα απλά ίσως να την πήγαιναν ένα ακόμη επίπεδο πιο πάνω.

Προσωπικά, έχοντας στραβώσει αρκετά εσχάτως με τη δημόσια περσόνα του Βασίλη Μπισμπίκη, είχα τον φόβο ότι θα την κουβαλά και στην ταινία και ότι η ταινία κάπως θα αντανακλά αυτό το πράγμα που βγάζει εδώ και καιρό προς τα έξω, το οποίο άλλωστε εδώ που τα λέμε δεν είναι και ασύμβατο με ήρωα του Οικονομίδη. Η καχυποψία μου διατηρήθηκε μόνο με την πρώτη του εικόνα, όταν τον βλέπουμε χυμένο σε έναν καναπέ. Ευτυχώς πολύ λίγο μετά, με την πρώτη σοβαρή σκηνή του με τον γιο του στην καφετέρια, η περσόνα Μπισμπίκης άρχισε να φεύγει απ’ τα μάτια μου και στη θέση της άρχισε σιγά σιγά να σχηματίζεται ο χαρακτήρας του Θωμά Αλεξόπουλου, τον οποίο υποδύεται με ευαισθησία, βάθος κι ένα σωρό αποχρώσεις, μακριά από κάθε τι καρικατουρίστικο, εύκολο, μανιερίστικο. Εξαιρετικός.  

alt
alt

Τι είναι λοιπόν ο Θωμάς Αλεξόπουλος; Και, αρχικά τουλάχιστον, πώς να μην ταυτιστείς μαζί του, πώς να μην θελήσεις να τα καταφέρει πάση θυσία; Γιατί, σύμφωνοι, μπορείς άνετα να τον φανταστείς κάποια χρόνια πριν να ήταν ο βασιλιάς, ο άρχοντας, ο ωραίος, ο έτσι, ο αλλιώς, γιατί, σύμφωνοι, μπορείς άνετα να τον φανταστείς κάποια χρόνια πριν ως τον πιο αντιπαθητικό παπάρα. Αλλά δεν βρισκόμαστε εδώ τώρα. Έχει τιμωρηθεί για την προηγούμενη φάση του, έχει εκπέσει, έχει χάσει το μαγαζί του, σε λίγες μέρες κινδυνεύει να χάσει και το σπίτι του, στα μάτια όλων είναι ο μεγάλος αποτυχημένος, ο μεγάλος ηλίθιος, ο μεγάλος ξεφτιλισμένος. Τις έχει φάει τις πολλαπλές σφαλιάρες του, είναι πια στα σχοινιά, θέλει απλά το κεφάλι του να παραμείνει πάνω απ’ το νερό. Δεν μας είναι άγνωστος αυτός ο άνθρωπος, δεν μας είναι άγνωστος αυτός ο χαρακτήρας, ο αλαζόνας θριαμβευτής του παρελθόντος μπορεί και να μας ήταν, αλλά ο άνθρωπος που τώρα μάχεται για την επιβίωσή του, όχι. Τι ποσοστό Ελλήνων σήμερα δεν μετράει κάθε μήνα τα λεφτά του, τι ποσοστό Ελλήνων σήμερα δεν σκέφτεται ότι δεν βγαίνουν τα νούμερα κι ότι παίζει να τα χάσει όλα;  

Ο Θωμάς Αλεξόπουλος έχει γυναίκα, έχει κόρη, έχει γιο, έχει πατέρα, έχει αδελφό, έχει ερωμένη νυν, έχει ερωμένη πρώην, έχει φίλους (είχε όμως ποτέ φίλους;), έχει γνωστούς, έχει ένα σωρό ρόλους στους οποίους καλείται να ανταποκριθεί. Στους οποίους ως τώρα καλούνταν να ανταποκριθεί με έναν τρόπο και τώρα καλείται να ανταποκριθεί διαφορετικά έχοντας πάνω από το κεφάλι του τη δαμόκλειο σπάθη του υπέρογκου χρέους, η προθεσμία του οποίου λήγει. Έχει επίσης ντροπή. Μεγάλη. Ντρέπεται για εκεί που έχει φτάσει. Το κεφάλι του όταν ακούει τους εξαψάλμούς του από τον έναν και από τον άλλο είναι συχνά κατεβασμένο. Κι όταν δεν είναι, το βλέμμα του δεν είναι θυμωμένο. Ματαιωμένο και στωικό είναι. Ξέρει ότι τα έχει κάνει όσο πιο μαντάρα γίνεται. Τι δεν έχει όμως τελικά ο Θωμάς Αλεξόπουλος, παρόλη την ντροπή του; Πιθανότατα δεν ήταν πάντα έτσι, πιθανότατα σε προηγούμενα στάδια της ζωής του είχε, τώρα όμως που έχουν στενέψει τόσο ασφυκτικά τα περιθώρια, δεν έχει καμία ηθική πυξίδα. Λογοδοτεί πια μόνο στο εγώ του και την πάρτη του. Ντρέπεται που έχει φτάσει ως εδώ, δεν ντρέπεται όμως για όσα κάνει για να ξεφύγει από εδώ. Ή, και να ντραπεί στο μέλλον, τώρα πάντως τα κάνει.

Είναι κάπως και σαν ντοστογιεφσκικός ήρωας, παραδομένος σε μια ψυχική εξαχρείωση που πηγαίνει διαρκώς ένα στάδιο παρακάτω. Απότοκο αυτής της εξαχρείωσης η ευελιξία του, ο χαμαιλεοντισμός του, ένα ακόμη σπουδαίο στοιχείο του σεναρίου είναι ότι όπως κυλάνε οι εξελίξεις έτσι κι εκείνος προσαρμόζει ανάλογα με την εξέλιξή τους την ηθική του και τις επιλογές του. 

Και κάποια στιγμή θα ξημερώσει και η περιβόητη Δευτέρα που είναι να μπει στο σπίτι σου ο τοκογλύφος. Θα τα έχεις καταφέρει στο μεταξύ, Θωμά Αλεξόπουλε; Θα έχεις φέρει λύση; Θα μπορείς να κάτσεις στο σαλόνι σου μόνος σου με τη γυναίκα σου, ελευθερωμένοι από τον πιο μεγάλο βραχνά που μπορούσατε ποτέ να φανταστείτε;  

alt

Adblock test (Why?)

Πηγή: elculture


Σχετικά άρθρα


Δημοσίευση από , Βρίσκεται στις κατηγορίες Τελευταία νέα

Σχολιάστε το άρθρο

*


Τελευταία άρθρα

Γκαλερί

Σχεδιασμός από MOD creative studio