Σημειώσεις ενός άμπαλου


03/02/2020 - 02:57

Του Χρήστου Χωμενίδη

Εάν διεξαγόταν σχετικός διαγωνισμός, θα διεκδικούσα με αξιώσεις, το πιστεύω, τον τίτλο του πιο άμπαλου Έλληνα.

Όχι απλώς έχω μαύρα μεσάνυχτα γιά την πορεία του πρωταθλήματος, βαθύτατη άγνοια σχετικά με τους παίκτες και τα ντέρμπυ, μα δεν υποστηρίζω, έστω και από απόσταση, κανέναν σύλλογο. Μού είναι ψυχικώς αδύνατον. Στο «τι ομάδα είσαι;» αντιδρώ με την αμηχανία ενός κωφού που τον ρωτούν ποια μουσική προτιμάει. Όποτε κάποιοι αποπειρώνται να με αφυπνίσουν ποδοσφαιρικά -«Κυψελιώτης γέννημα-θρέμμα, δεν μπορεί παρά να είσαι Παναθηναϊκός!», «Γόνος προσφυγικής οικογένειας, ταμάμ για την ΑΕΚ!», «Τρελαίνεσαι για λαϊκά τραγούδια και για ψαρομεζέδες, έχεις άρα dna Ολυμπιακού!»- εγώ σηκώνω τους ώμους. «Δεν νοιώθω τίποτα…» απολογούμαι, με τη μελαγχολία του ανοργασμικού.

Ευθύνεται μάλλον το Γουέμπλεϊ. Όταν, το 1971, ο Παναθηναϊκός κάλπαζε προς την κορυφή της Ευρώπης, εγώ ήμουν πέντε χρονών. Το πανελλήνιο παραληρούσε, οικογένειες έσπαζαν τους κουμπαράδες τους για να αγοράσουν τηλεόραση να μη στριμώχνονται στα καφενεία για τα ματς, οι δικοί μου ωστόσο γονείς αντιμετώπιζαν τον παλλαϊκό ενθουσιασμό με δυσφορία. «Όχι απλώς ανέχονται την Χούντα» έλεγαν «μα μόλις τούς κουνήσει μία πράσινη φανέλα, εκστασιάζονται…» Η «21η Απριλίου» είχε πράγματι καπελώσει παντί τρόπω την ποδοσφαιρική εποποιία. Μέχρι την εικόνα της Παναγιάς είχε φέρει από την Τήνο για να ευλογήσει την ομάδα ενώ η Δέσποινα Παπαδοπούλου ορμούσε σαν μαινάδα στα αποδυτήρια και αγκάλιαζε τους ιδρωμένους παικταράδες.
Φταίνε αναμφίβολα και τα δυό αριστερά μου πόδια. Στην παιδική και στην εφηβική μου ηλικία ήμουν τόσο ασυντόνιστος σωματικά, ώστε δεν είχα πετύχει ένα γκολ – ούτε καν αυτογκόλ… Την τελευταία μέρα της τελευταίας τάξης του Λυκείου, οι φίλοι μου αγανάκτησαν, «δεν γίνεται να φύγεις από το σχολείο παρθένος!». Με έβαλαν να βαρέσω πέναλντι επί κενής εστίας, η μπάλα χτύπησε στο δοκάρι, παρά τρίχα θα το έχανα.

Είχα καβαντζάρει τα τριάντα όταν ο κολλητός μου με πήρε μαζί του στο ΟΑΚΑ, να δούμε Ολυμπιακό-Γιουβέντους. Η ατμόσφαιρα με ενθουσίασε, συνδύαζε την έξαψη μιάς ροκ συναυλίας με την αδρεναλίνη τού παιχνιδιού. Μπήκα ταχύτατα στο κλίμα, κραύγαζα τα συνθήματα, δαγκωνόμουν στις κρίσιμες φάσεις, ο Βασίλης με καμάρωνε όπως ο μυσταγωγός τον μυούμενο. Ώσπου, στο 85΄, η Γιουβέντους σκόραρε και η πρόκριση χάθηκε μέσα από τα χέρια μας. Σπάραξαν οι κερκίδες σαν να’χαν φάει ύπουλη μαχαιριά. Το βλέμμα του Βασίλη τότε σκοτείνιασε. Μέσα σε δευτερόλεπτα είχα στη συνείδησή του κατακρυμνιστεί από μασκότ σε μίασμα. Ακόμα μίασμα με θεωρεί, γκαντέμη, σε σημείο να μη μού σηκώνει το τηλέφωνο εάν τυχόν τον καλέσω όταν παίζει η ομάδα του.

Τούτων δοθέντων αποτελεί θαύμα που παρακολούθησα το Euro του 2004, διδάχθηκα μάλιστα από τη στρατηγική του Όττο Ρεχάγκελ την οποίαν θα αποκαλούσα με το Παπαδιαμάντειο «Τ’Μπουφ’του Πλ’ι». «…Ο μπούφος, φύσει ανίκανος να κυνηγή, κάθεται επί κλάδου ή επί βράχου, όπου η μαύρη μορφή του συγχέεται και γίνεται έν με το βάθρον και με την σκοπιάν του. Ανοίγει μίαν σπιθαμήν το πλατύ και λαίμαργο στόμα του και τα καημένα τα πουλάκια έρχονται ωσάν τυφλά και πέφτουν μέσα εις το χάσκον, το σπηλαιώδες στόμα του…» Έτσι ακριβώς -μη με παρεξηγήσετε- καθάρισε η Εθνική μας τις άλλες ομάδες και σήκωσε το πολυπόθητο κύπελο.

Όσο, εν πάση περιπτώσει, ήξερε από ποδόσφαιρο ο Παπαδιαμάντης άλλο τόσο και εγώ.

Νοιώθω, από τη μία, αθώα ζήλεια απέναντι στους αναρίθμητους συμπολίτες μας που φωτίζονται από την μπάλα σαν από ήλιο. Το να ανήκεις -έστω και φαντασιακά- σε κάτι που σε υπερβαίνει, να αγωνιάς και να παθιάζεσαι, έξαλλα να πανηγυρίζεις τις νίκες, να πέφτεις στα πατώματα στις ήττες, να συναντάς παντού συνοιδόπορους και αντιπάλους, υπάρχει καλύτερο αντίδοτο για την υπαρξιακή μοναξιά; Ακόμα και η επιλογή ομάδας -που γίνεται σε νεαρότατη ηλικία, συχνά συμπτωματικά- δεν φαντάζει τυχαία. Έχει την αίγλη πεπρωμένου.

Όποτε παίζει στο ταξί αθλητικό ραδιόφωνο και βγαίνουν στον αέρα ακροατές και αναλύουν με επιστημονική εμβρίθεια και με έξαψη συνάμα ερωτοχτυπημένου έφηβου τις φάσεις και τις μεταγγραφές, εγώ θαυμάζω. Βαριεστημένος υπάλληλος; Μελαγχολικός συνταξιούχος; Απηυδισμένος οικογενειάρχης; Αυτή είναι απλώς η επιφάνεια. Στο βάθος πρόκειται για έναν, για χιλιάδες δαιμόνιους προπονητές που απλώς δεν μπόρεσαν να βρουν τον δρόμο προς τον πάγκο της ομάδας τους…

Από την άλλη -γιατί να το κρύψω;- τέτοια μανία με ξενίζει. Και τέτοια ισχύς εν τη ενώσει. Η κοινωνία ή μέρος της έχει προβάλλει κατά τις τελευταίες δεκαετίες αναρίθμητα αιτήματα, έχουν κατέβει οι Έλληνες στον δρόμο απαιτώντας ό,τι βάζει ο νους. Οι μόνες διεκδικήσεις που ικανοποιήθηκαν αυθωρεί και παραχρήμα σχετίζονταν με το ποδόσφαιρο. Δεν έχει να κάνει με την ενδοτικότητα του Ανδρέα Παπανδρέου ή του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αλλά με τη δύναμη των οπαδών της ΑΕ Λάρισας ή του ΠΑΟΚ.

Τους κοιτάς τυλιγμένους με τα κασκόλ τους, ανεμίζοντας τα λάβαρα, έτοιμους να αιματοκυλιστούν για το δίκιο τού συλλόγου τους, και σού’ρχεται να τους πιάσεις έναν-έναν και να τους ρωτήσεις: «Πώς είναι δυνατόν να πάσχεις περισσότερο για τον δικέφαλο αετό, το βυσινί αλογάκι παρά για τον μισθό σου, για την περίθαλψη ή την εκπαίδευση, για το περιβάλλον που θα ζήσουν τα παιδιά σου; Πώς γίνεται να ταυτίζεσαι με μια ομάδα που αποτελεί στην πραγματικότητα εμπορική εταιρεία; Παλιά τουλάχιστον οι ποδοσφαιριστές έβγαιναν από τις αλάνες της γειτονιάς σου. Τώρα τους φέρνουν απ’τα πέρατα του κόσμου, χρυσοπληρωμένοι μισθοφόροι είναι. Σ’αρέσει τόσο η μπάλα; Παίζε ο ίδιος με τους φίλους σου στα 5Χ5. Θα μάς περνούσε από τον νου να αντλούμε ερωτική απόλαυση διά αντιπροσώπου; Να παρακολουθούμε κάποιους πανέμορφους ανθρώπους να συνουσιάζονται κι εμείς να φτάνουμε σε μοναχικούς οργασμούς; Βεβαίως και θα μας περνούσε. Πορνογραφία ονομάζεται. Πορνογραφία είναι και το γήπεδο!»

«Άκου, κυρ-άμπαλε» θα μου απαντούσαν. «Όταν εσύ διαβάζεις βιβλία ή βλέπεις ταινίες δεν γίνεσαι ένα με τους ήρωες; Με τα δικά τους κατορθώματα και συμφορές – «δια των τοιούτων παθημάτων” που λέει και ο Αριστοτέλης- δεν φτάνεις στην ψυχική κάθαρση; Από τη δική τους αντανάκλαση στις σελίδες, στις οθόνες, φωτίζεσαι. Κι εκείνοι ωστόσο σε έχουν ανάγκη. Εάν δεν υπήρχες, θα έμεναν στη φαντασία των δημιουργών τους. Όπως ακριβώς οι ομάδες χρειάζονται τον δωδέκατο παίκτη, την κερκίδα, για να υπάρξουν. Τι τα θέλεις, κυρ-άμπαλε; Ο κόσμος μας είναι μια απέραντη αίθουσα με καθρέφτες. Μεγεθυμένο το δικό μας είδωλο το αποκαλούμε Θεό, το προσκυνάμε. Παραμορφωμένο το λέμε Σατανά, το βδελυσσόμαστε…»

«Εγώ τουλάχιστον» θα απαντούσα «στο θέατρο, δεν πετάω πέτρες στους ηθοποιούς που παριστάνουν τους κακούς… Δεν πιάνω όμηρο τον θεατρώνη…»

«Εμείς, αν χρειαστεί, τους σπάμε τους καθρέφτες. Μαγκιά μας!»

* Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας

Let’s block ads! (Why?)

Πηγή: capital


Δημοσίευση από , Βρίσκεται στις κατηγορίες Διάφορες ειδήσεις

Σχολιάστε το άρθρο

*



Γκαλερί

Σχεδιασμός από MOD creative studio