Ο Πέτρος Σεβαστίκογλου μιλάει για τη νέα του ταινία «Κραυγές», το ελληνικό σινεμά και τη νέα γενιά που βράζει



28/11/2025 - 04:53

Σε έναν κόσμο όπου το βλέμμα όλο και πιο συχνά γίνεται μια πράξη επιβολής και εξουσίας, ο Πέτρος Σεβαστίκογλου επιστρέφει με τις Κραυγές, μια ταινία που μιλά για τη γυναικεία επιθυμία, τον φόβο και την ανάγκη για απελευθέρωση, όχι μέσα από τον λόγο αλλά μέσα από το σώμα. Τρεις γυναίκες ζουν εγκλωβισμένες σε μια ήρεμη παράλυση, ώσπου μια εσωτερική έκρηξη τις φέρνει αντιμέτωπες με την ίδια τους τη φύση και με τα όρια μιας κοινωνίας που φοβάται το πάθος.

Βρεθήκαμε και μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη λίγο μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας του στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Η συζήτηση κύλησε όπως ακριβώς και το σινεμά που έχει επιλέξει να υπηρετήσει ή καλύτερα να δημιουργήσει: δίχως σενάριο, με ειλικρίνεια, χαλαρά και ζεστά. Μόνη διαφορά ότι ο λόγος του δεν αφήνει περιθώριο διαφορετικών ερμηνειών, είναι καθαρός, αποσταγμένος, αποτέλεσμα σκέψης και εμπειρίας. Στην ταινία, οι λέξεις λείπουν σχεδόν εντελώς. Οι κραυγές, οι ανάσες, τα βλέμματα αντικαθιστούν τον διάλογο και έχοντας μόλις δει την ταινία του το πρώτο πράγμα που θέλω να μάθω είναι πώς δουλεύει.

«Δεν έχω γλώσσα», μου λέει. Έτσι, ξεκινά μια εξομολογητική συζήτηση για τη ζωή ανάμεσα σε τέσσερις χώρες, για τον κινηματογράφο που γίνεται η μόνη σταθερή γλώσσα του. Από τη Μόσχα στην Ελλάδα, από τη Γαλλία στην Αμερική και ξανά πίσω, ο Σεβαστίκογλου δεν βρήκε ποτέ μία γλώσσα να τον ορίσει κι έτσι άφησε τον κινηματογράφο να γίνει εκείνος η γλώσσα του. «Γράφω τα σενάριά μου με την κάμερα», μοιράζεται. «Χειροποίητα. Εκείνη τη στιγμή.»

Η νέα ταινία του Κραυγές είναι ακριβώς έτσι: μια ταινία που χτίστηκε χωρίς λόγια, χωρίς κλασική δραματουργία, χωρίς συνεργείο· μόνο με πρόσωπα, κινήσεις, αυτοσχεδιασμό και μια κάμερα που δεν παρατηρεί από απόσταση αλλά ζει μαζί με τους ηθοποιούς. Μια ταινία που δεν γεννήθηκε με μολύβι και χαρτί αλλά με τις αισθήσεις και την παρουσία.

alt

Η επιλογή της μοναχικής δημιουργίας: «Μου αρέσει να γράφω το σενάριο με την κάμερα»

Ο Πέτρος Σεβαστίκογλου με τις Κραυγές επιστρέφει στο γνώριμο μονοπάτι του: έναν τρόπο κινηματογράφησης απόλυτα προσωπικό. Όπως και στις προηγούμενες ταινίες του, αναλαμβάνει ο ίδιος τη φωτογραφία και μεγάλο μέρος της κάμερας, αφήνοντας τον ήχο και τη μουσική να γίνουν οι πραγματικοί πρωταγωνιστές. Ανάμεσα στους ηθοποιούς του βρίσκονται η Αλεξάνδρα Καζάζου και ο Χάρης Φραγκούλης, δύο άνθρωποι με τους οποίους τον συνδέει βαθιά σχέση, όπως ο ίδιος αναφέρει:

«Την Αλεξάνδρα την ξέρω είκοσι χρόνια. Ο Χάρης ήταν μαθητής μου. Γνωριζόμαστε τόσο καλά που καμιά φορά δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα. Ξέρουν και οι ίδιοι πώς να μπουν στη σκηνή. Κι όμως, υπάρχουν στιγμές που μου φέρνουν κάτι που δεν το είχα σκεφτεί ποτέ». Αυτό ακριβώς τον συγκινεί: ότι το σινεμά δεν γράφεται στο γραφείο αλλά γράφεται μπροστά στα ζωντανά πρόσωπα. «Όταν γράφεις ένα σενάριο είσαι μόνος, με τον καφέ και το τσιγάρο σου. Δεν έχεις μπροστά σου τις αντιδράσεις τους. Και συμβαίνουν πράγματα πολύ πιο υπέροχα από αυτά που θα μπορούσα να βάλω στο χαρτί. Γράφω με την κάμερα. Το αποτέλεσμα είναι πιο πηγαίο για εμένα», παραδέχεται. «Και έχω την ευκολία της κάμερας γιατί έχω σπουδάσει και σκηνοθεσία και φωτογραφία. Δούλεψα δύο χρόνια με τον Γιώργο Αρβανίτη ως βοηθός. Έχω τριβή. Αυτό με βοηθάει να λειτουργώ μόνος». Η επιλογή του να δουλεύει μόνος δεν είναι τεχνική, αλλά απολύτως καλλιτεχνική: θέλει να δημιουργεί έναν ιερό χώρο όπου δεν χωράνε συνεργεία, φασαρία, οδηγίες, θόρυβος. Μου θυμίζει την Ηλέκτρα με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, το 2014. Εκείνη του ζήτησε να διαβάσει το σενάριο και ο Σεβαστίκογλου της έδωσε τρεις σελίδες. Στην αρχή έμεινε σιωπηλή, σχεδόν σοκαρισμένη. Και μετά είπε μόνο: «Ωραία. Πάμε».

alt

Η πλοκή ως ανοιχτή σελίδα: «Δεν σου εξηγώ, σου δίνω χώρο να μπεις μόνος σου»

Στις Κραυγές, τρεις γυναίκες ζουν παγιδευμένες μέσα σε ένα καθεστώς ήρεμης παράλυσης, μια καθημερινότητα που μοιάζει αποστειρωμένη από συναίσθημα, σχεδόν απονεκρωμένη από την κοινωνική επιταγή για “λογική” και αυτοσυγκράτηση. Η άγρια φύση γίνεται ο σύμμαχος και ο τόπος απελευθέρωσης, το σημείο όπου τα ένστικτα βρίσκουν ξανά τον δρόμο τους. Ένας γάμος λειτουργεί ως καταλύτης: τις ωθεί σε μια εσωτερική (και εξωτερική) σύγκρουση με το κοινωνικά αποδεκτό, σε μια αναζήτηση αγάπης που είναι επικίνδυνη, τρομακτική, αλλά και βαθιά λυτρωτική. Δεν υπάρχουν νικητές ή ηττημένοι, μόνο ο απόηχος μιας δημιουργικής αναταραχής.

Με αυτή την εικόνα στο μυαλό, τον ρωτάω για την πλοκή, για τις σκηνές που μου έμειναν άλλες με ένα ερωτηματικό και άλλες σαν θραύσματα ονείρου. «Με ρωτούν καμιά φορά: τι θέλεις να πεις;» λέει χαμογελώντας. «Κι εγώ απαντώ: σ’ αρέσει; σε αγγίζει; Αυτή είναι η ουσία». Για τον Σεβαστίκογλου, η κατανόηση δεν είναι μια διαδικασία που γίνεται μέσω της λογικής σκέψης. «Η συναισθηματική μας νοημοσύνη είναι κάτι που υποτιμάμε. Όλοι θέλουν να “καταλάβουν”. Εγώ όμως το βλέπω σαν ένα μουσικό κομμάτι κλασικής μουσικής: δεν ψάχνεις να βρεις τι εννοεί. Αφήνεσαι».

Η ταινία δεν ζητάει από τον θεατή να την ακολουθήσει βήμα-βήμα. «Η ταινία διεγείρει το θυμικό σου. Αν τη δεις αύριο, σε άλλη διάθεση, θα είναι άλλη ταινία. Θέλω να είναι αρκετά ανοιχτή ώστε ο καθένας να ταυτιστεί με κάτι διαφορετικό». Αυτός άλλωστε είναι ο σκοπός του: να δημιουργήσει χώρο παρά να επιβάλει μια ερμηνεία. «Δεν παίρνω τον θεατή από το χέρι. Του αφήνω περιθώριο να μπει μόνος του. Να πει τη δική του ιστορία».

[embedded content]

Τρεις γυναίκες, τρεις φόβοι, τρεις τρόποι να χαθείς αλλά και να λυτρωθείς

Τον ρωτώ για τις τρεις γυναίκες της ταινίας. Η πρώτη, του λέω, «αποκαλύπτεται σχεδόν στο τέλος. Είναι η μόνη που μου δημιούργησε απορία. Κι όμως, ένιωθα πως οι τρεις τους συνδέονται, πως μοιράζονται μια κοινή ιστορία, ένα κοινό βάρος, χωρίς όμως να παύει καμία να είναι απόλυτα δική της. Χαμογελά. «Αυτό δουλεύτηκε πολύ», μου αναφέρει. «Κάθε μία έχει το χρώμα της και τον ήχο της».

Δεν πρόκειται φυσικά για χρωματική κωδικοποίηση αλλά μια μικρή χρωματική μετατόπιση, μια διαφορετική «θερμοκρασία» που συνοδεύει κάθε πρόσωπο. Το ίδιο συμβαίνει και στον ήχο: κάθε γυναίκα έχει τη δική της συχνότητα, τον τρόπο που αναπνέει, που κινείται, που αφήνει τον χώρο να την αγγίξει. «Γι’ αυτό κάνω μόνος μου τη φωτογραφία», συνεχίζει. «Έχω την ευκαιρία να είμαι με τον ηθοποιό, χωρίς κανέναν άλλον γύρω. Εκείνη τη στιγμή είμαι και σκηνοθέτης και ρόλος. Κρατάω την κάμερα και σε κοιτάω ή σε παρατηρώ και επειδή κινούμαι με έναν συγκεκριμένο τρόπο, αυτό σου προκαλεί κάτι. Κι αυτή η δόνηση περνάει και στο σώμα του ηθοποιού».

Έχει καταφέρει να χρωματίσει το εσωτερικό τους τοπίο όχι με ψυχολογικούς όρους, αλλά με όρους φόβου, ενστίκτου και απελευθέρωσης. «Η πρώτη γυναίκα», λέει, «δεν είναι καταπιεσμένη από τη σχέση της. Δεν είναι ότι “πρέπει να φύγει” από τη σχέση. Είναι ότι δεν συντονίζονται. Όταν θέλει ο ένας κάτι, ο άλλος δεν το θέλει. Αυτό που φοβόμαστε όλοι: ότι αν δοθούμε, θα χαθούμε μέσα στον άλλον. Ο φόβος της απόλυτης ένωσης». Αυτός ο φόβος διατρέχει όλη την ταινία: η επιθυμία για εξαφάνιση μέσα στον άλλον, η επιθυμία για ένωση, η επιθυμία να χαθεί η ατομικότητα και ταυτόχρονα η αγωνία να κρατήσεις ένα κομμάτι δικό σου. Και έπειτα φτάνουμε στη σκηνή του γάμου, εκεί όπου όλα παρασύρονται από τη δίνη του ενστίκτου. «Σιγά σιγά τα πράγματα ξεφεύγουν», λέει. «Φτάνουν και τα κορίτσια από το δάσος, σαν μαινάδες. Γίνεται ένα. Ένας ερωτισμός τεράστιος. Μια έκρηξη».

Η εικόνα κορυφώνεται όταν η Αλεξάνδρα και ο Χάρης, φτάνουν σε μια εκρηκτική ένταση όπως μου αναφέρει σχετικά ο σκηνοθέτης: «Αυτό που φοβόντουσαν να γίνει, τελικά γίνεται. Χάνονται. Γίνονται ένα. Και για να γίνει αυτό πρέπει να ξεφύγεις από την καθημερινότητα, από τη συγκαταβατικότητα. Να ξεπεράσεις το ασφαλές, έστω για δευτερόλεπτα».

Η νεαρή γυναίκα, η Μαργαρίτα Αλεξιάδη, από την άλλη, κουβαλάει έναν διαφορετικό πόνο: τη δυσκολία αποδοχής της σεξουαλικότητάς της. «Δεν το λέω πουθενά», επιμένει. «Τίποτα δεν δείχνω ευθέως. Αφήνω τον θεατή να καταλάβει. Κι εκείνη και το κορίτσι που την αγαπάει παλεύουν σαν έφηβοι που δεν θέλουν να παραδεχτούν αυτό που νιώθουν». Οι δύο κοπέλες λειτουργούν σαν μικρογραφία μιας κοινωνικής συνθήκης: εργοστάσιο–σπίτι–νυχτερινή έξοδος–καμάκια–καβγάδες–και ξανά απ’ την αρχή. «Έχουν μπει σε έναν κύκλο. Ένας κόσμος όπου όλοι βολεύονται. Κανείς δεν ρωτάει τι συμβαίνει στ’ αλήθεια».

Σε μια συγκλονιστική σκηνή, λίγο πριν τον γάμο της, η γυναίκα που υποδύεται η Αλεξάνδρα Καζάζου παίρνει ένα τριαντάφυλλο και αρχίζει με μένος να το δαγκώνει – μια πράξη τόσο ακατανόητη που κανείς δεν τολμά να τη δει για αυτό που είναι – γίνεται σύμβολο αυτής της ασφυξίας. Κι εκεί μπαίνει ο ρόλος της Αγλαΐας Παππά. «Είναι ένας Διόνυσος», αναφέρει ο Πέτρος Σεβαστίκογλου. «Ένας κουρασμένος Διόνυσος. Που έρχεται ανά καιρούς να ταράξει τα πράγματα. Που πάει να βρει τα κορίτσια από ένστικτο. Που στήνει τον γάμο για να τις τραβήξει. Και μετά φεύγει. Πάει αλλού. Σε μια άλλη εποχή». Στο τέλος, οι δύο νεαρές γυναίκες, Μαργαρίτα Αλεξιάδη και Μαρία Αρζόγλου ενώνονται μέσα στο νερό. Μια επιστροφή στη μήτρα, στο στοιχείο, στο άμορφο, στο σημείο πριν πάρουμε ξανά ανθρώπινο σχήμα.

«Για να βρεις την ευτυχία, πρέπει κάπου να βουλιάξεις. Να κατέβεις. Να χαλάσεις. Να επιτρέψεις στους άλλους να δουν κάτι βαθύ, κάτι που φοβάσαι. Ο συντηρητισμός είναι αυτό: να μην ταρακουνιούνται τα πράγματα. Αλλά αν δεν ταρακουνηθούν, τίποτα δεν αλλάζει».

Αναρωτιέμαι αν οι τρεις πρωταγωνίστριες θα μπορούσαν  θεωρητικά  να είναι άνδρες. Αν η ιστορία θα μπορούσε να ειπωθεί μέσα από αντρικά σώματα. Η απάντησή του άμεση δίχως κανένα δισταγμό: «Όχι. Δεν νομίζω. Θα ήταν μια άλλη ταινία, με άλλο θέμα. Τα προβλήματα των ανδρών είναι εντελώς διαφορετικά». Η επιλογή του φύλου δεν έχει γίνει τυχαία: «Αισθάνομαι ότι ακόμα και σήμερα, με όλα τα κινήματα, με όλες τις διεκδικήσεις, οι γυναίκες παραμένουν πιο καταπιεσμένες. Μιλάμε για αιώνες ιστορίας που αφήνουν ένα υπόβαθρο που δεν έχει φύγει. Δεν υπάρχει πραγματική ισότητα ακόμη σε πάρα πολλά πράγματα».

Οι τρεις γυναίκες του φιλμ δεν παλεύουν μόνο με τη σχέση τους, με τη σεξουαλικότητά τους ή με την κοινωνική τους θέση. Παλεύουν και με εσωτερικά ταμπού, με φόβους βαθιά ριζωμένους, με συνήθειες που τις κρατούν «ασφαλείς» αλλά ανολοκλήρωτες: «Μου φάνηκε πιο φυσιολογικό να είναι γυναίκες που έχουν αυτή την ανάγκη, αυτή την έκρηξη. Να ξεπεράσουν τα δικά τους όρια, τις δικές τους συνήθειες, και να κάνουν μια απελευθερωτική πράξη που είναι επανάσταση χωρίς να υπάρχει καμία “εξέγερση”», αναφέρει ο σκηνοθέτης.

Τον ρωτώ για το τέλος, για τη στιγμή εκείνη που η σωματική ένταση φτάνει στο ακραίο της σημείο.
«Ναι, υπάρχει μια βία», παραδέχεται. «Αλλά δεν είναι βία για τη βία. Είναι κάτι ερωτικό, επαναστατικό. Αυτή η έκρηξη χρειάζεται για να μπορέσουμε μετά να μιλήσουμε ξανά και να ζήσουμε μια κανονική ζωή».

alt

«Πρέπει να αποδεχτείς τη στιγμή που βουλιάζεις»: Το προσωπικό τέλμα και η σχέση των δικών του γονιών

Τον ρωτώ αν ο ίδιος έχει ζήσει αυτό το τέλμα που περιγράφει τόσο έντονα στην ταινία, την ανάγκη δηλαδή να βουλιάξεις πριν μπορέσεις να αναδυθείς ξανά και μου απαντά: «Ναι, φυσικά. Κανείς δεν το κάνει ηθελημένα. Αλλά πρέπει να αποδεχτείς τη στιγμή που βουλιάζεις. Να πεις: βουλιάζω. Είναι πολύ επίπονο. Αλλά αλλιώς θα μείνεις σε μια μίζερη κατάσταση στη μέση».

Κουβεντιάζοντας, η σκέψη του γυρίζει στους γονείς του, την Άλκη Ζέη και τον Γιώργο Σεβαστίκογλου και στη περιπέτεια της δικής τους ζωής: «Από τη Ρωσία στα πέντε μας, στην Ελλάδα στα οχτώ, μετά στη Γαλλία… Σε μια χώρα που δεν ήξερα ούτε τη γλώσσα. Ζούσαμε σαν βαλίτσα. Ούτε λεφτά, ούτε δουλειά, τίποτα. Και όταν σήμερα βρίσκω κάτι δύσκολο, λέω στον εαυτό μου: σκάσε. Σκέψου τι πέρασαν οι δικοί σου. Πόλεμοι, εμφύλιοι…».

Τον ρωτώ τι ήταν αυτό που έκανε τους γονείς του και γενικότερα τους ανθρώπους εκείνη την εποχή την τόσο δύσκολη να αντέχουν, να συνεχίζουν, να μην λυγίζουν. «Η μητέρα μου έλεγε: είστε και τυχεροί και άτυχοι. Εμείς ξέραμε από πού έρχονται οι σφαίρες. Εσείς δεν ξέρετε τον εχθρό, είναι παντού. Εκείνοι πίστεψαν βαθιά στον κομμουνισμό. Στην ιδέα ότι όλοι είμαστε ίσοι. Είδαν το γκρέμισμα του οράματος, ήμασταν οι πρώτοι που φύγαμε από τη Ρωσία. Αλλά αυτό το όραμα έμεινε μέσα τους».

Και αυτό έγινε κινητήρια δύναμη όχι πολιτική, αλλά βαθιά ανθρώπινη: «Ο πατέρας μου δούλευε με τους ηθοποιούς με απίστευτο σεβασμό και αγάπη. Η μητέρα μου έγραφε με την ίδια αγάπη για τα παιδιά. Είχαν ανάγκη να δώσουν κάτι. Όταν απογοητεύεσαι, το να έχεις κάτι να δώσεις σε κρατάει όρθιο. Σου θυμίζει ότι δεν είσαι μόνος».

Αυτό τελικά, είναι και ο δικός του λόγος να κάνει σινεμά: «Αισθάνομαι ότι έχω πράγματα να πω. Θέλω να τα μοιραστώ. Διδάσκω 30 χρόνια και ό,τι μπορώ να δώσω το δίνω στους μαθητές μου και παίρνω από αυτούς. Με ξυπνάει αυτό. Δεν θέλω να είμαι στον γυάλινο πύργο μου».

Η συνεργασία του με τη νεότερη γενιά δεν είναι απλώς καλλιτεχνική ανάγκη. Είναι τρόπος ζωής. «Η Ειρήνη Λαμπρινού, η συν-σεναριογράφος μου, μόλις 25 χρονών… Με βοήθησε να μπω στον ψυχισμό μιας νέας κοπέλας. Δεν είπα “εγώ ξέρω, έχω την ηλικία”. Με αυτή συζητούσαμε πώς νιώθει μια 25χρονη σήμερα, πού πονά, πού νικιέται. Αυτό σε κρατάει ζωντανό».

Και τελικά καταλήγει σε αυτό που φαίνεται τελικά να είναι η ουσία της δικής του διαδρομής: «Το να δίνεις, να δίνεις και να δίνεις και κάτι θα σου έρθει πίσω. Αυτό σε ξυπνάει το πρωί. Σου βγάζει το πόδι από το κρεβάτι. Να κάνω κάτι, να το μεταδώσω».

alt

Η καλλιτεχνική ανεξαρτησία ως οικογενειακή κληρονομιά

Τον ρωτώ για την παραγωγή της ταινίας, για το πώς γίνεται να γυρίζεται ένα τόσο σύνθετο έργο χωρίς χρηματοδότηση, χωρίς κρατικούς φορείς, χωρίς τηλεοπτική στήριξη και ο Πέτρος Σεβαστίκογλου μοιράζεται: «Αυτή η ταινία δεν πήρε λεφτά από το Κέντρο Κινηματογράφου, ούτε από την ΕΡΤ. Πουθενά. Πούλησα ένα οικοπεδάκι που μου άφησε η Άλκη και αποφάσισα να το κάνουμε ανεξάρτητα».

Κι όμως, ακόμη κι αν υπήρχαν χρήματα, δεν θα άλλαζε κάτι ουσιαστικό στον τρόπο που δουλεύει. «Αν είχα λεφτά, απλώς οι άνθρωποι θα πληρώνονταν κανονικά. Η δημιουργία όμως δεν θα άλλαζε. Η δημιουργία μου γίνεται την ώρα του γυρίσματος. Και όλο είναι χειροποίητο», λέει. «Αυτό το είχα ακούσει από τον Νικολαΐδη». Και μου μεταφέρει την πιο λιτή, πρακτική και συνάμα εντυπωσιακή φιλοσοφία γραφής που έχει ακούσει ποτέ:

«Λέει ο Νικολαΐδης: ξεκινάω το σενάριο και κάνω μια λίστα.
— Ο Πέτρος έχει μια ροζ Κάντιλακ.
— Ο Λυκογιάννης έχει ένα σπίτι στο Πήλιο.
Ωραία. Λοιπόν, μια ροζ Κάντιλακ φτάνει σε ένα σπίτι στο Πήλιο.
Και πάνω σε αυτά που υπάρχουν χτίζω την ιστορία. Αν γράψεις στο σενάριο ότι υπάρχει μια ροζ Κάντιλακ – άντε μετά να τη βρεις! Πρέπει να την νοικιάσεις, να πληρώσεις… Κι αν δεν έχεις λεφτά;. Είναι σαν να πας στην κουζίνα και να πεις: τι έχω για να φάω; Μακαρόνια και ό,τι έχει μείνει. Αν θέλεις αστακό και δεν έχεις, θα βάλεις τόνο και θα τον ονομάσεις αστακός».

Για εκείνον, ο κινηματογράφος δεν είναι “ό,τι θέλω γράφω και μετά βρίσκω τα μέσα”. Είναι το αντίθετο: μια πράξη απόλυτης ειλικρίνειας με την πραγματικότητα που έχεις μπροστά σου. Με τους ανθρώπους που έχεις δίπλα σου. Με τον κόσμο που μπορείς να δημιουργήσεις εδώ και τώρα. Και αυτός ο κόσμος, ακριβώς επειδή είναι φτιαγμένος από το πραγματικό, μοιάζει τελικά πολύ πιο μαγικός από οτιδήποτε κατασκευασμένο.

Η νέα γενιά και η «υπόκωφη έκρηξη» που έρχεται

Τον ρωτώ πώς βλέπει τη νέα γενιά κινηματογραφιστών, ένα ερώτημα που συχνά λαμβάνει απαισιόδοξες απαντήσεις.  «Πάντα υπάρχει μέλλον», λέει. «Κάθε νέα γενιά έχει μέλλον. Δεν υπάρχουν καλύτερες και χειρότερες. Αυτή η τάση να λέμε “η δικιά μας γενιά ήταν καλύτερη” δεν την πιστεύω με τίποτα».

Μου θυμίζει την προηγούμενη ταινία του, Η βοή του κόσμου, που γυρίστηκε σε έξι χώρες – Κίνα, Σενεγάλη, Αμερική, Ρωσία: «Τότε έλεγα: κάτι πάει να γίνει. Μια έκρηξη από τη νέα γενιά που ακόμη είναι υπόκωφη. Γι’ αυτό και λεγόταν έτσι: η βοή του κόσμου». Στις εικόνες του από όλο τον κόσμο, βλέπει το ίδιο μοτίβο: νέους ανθρώπους που από μακριά μοιάζουν αδιάφοροι, αποτραβηγμένοι, κολλημένοι στα κινητά τους. Πίσω όμως από τη σιωπή και αυτή τηn φαινομενική αδράνεια, κάτι μοιάζει να κινείται. «Αν τα δεις, θα πεις: δεν θέλουν τίποτα, δεν επαναστατούν. Εγώ αισθάνομαι ότι κάτι βράζει. Αυτή η ησυχία είναι επικίνδυνη, με την καλή έννοια». Για εκείνον, η εποχή δεν είναι στάσιμη· είναι γεμάτη μικρές υποδόριες εκρήξεις που δεν έχουμε ακόμη διαβάσει σωστά. «Βλέπουμε μόνο την ησυχία. Αλλά από κάτω κάτι βράζει και κάποια στιγμή θα εκραγεί. Όπως γίνονται μικρές εκρήξεις τώρα, έτσι κάποια στιγμή θα γίνει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό».

alt

Τι μένει στο τέλος: Γιατί κάνει κινηματογράφο, ποιος θεατής τον αφορά, πού θέλει να ταξιδέψει η ταινία;

Έχει πλέον σκοτεινιάσει και εμείς ακόμα μιλάμε. Στο τέλος της κουβέντας, τον ρωτώ τι ελπίζει για την Κραυγή από δω και μπρος. Πού θα ήθελε να ταξιδέψει, τι θα ήθελε να συναντήσει:

«Συνήθως ταξιδεύουν στα φεστιβάλ οι ταινίες μου. Σε καλούν, πας σε άλλες χώρες και ναι, μπορεί να έρθει και ένα βραβείο. Αλλά πραγματικά… δεν με νοιάζει πια. Όχι όπως με ένοιαζε παλιά. Χαίρομαι αν έρθει αλλά και να μην έρθει, δεν αλλάζει τίποτα για μένα. Όταν ξεκινούσα, εννοείται πως πίστευα ότι θα πάω σε μεγάλα φεστιβάλ, ότι θα μου πουν “μπράβο”. Τώρα όμως… Μακάρι να πάει, και θα το κυνηγήσω αλλά ξέρω ότι είναι μια ιδιαίτερη ταινία». Θα θυμηθεί την προηγούμενη ταινία του: «Δεν χωράει εύκολα σε κατηγορίες. Ούτε δράμα, ούτε κωμωδία, ούτε καθαρά κοινωνική. Μου είχε πει κάποιος Άγγλος Διανομέας: «Your film is a UFO. An unidentified film object».

Δεν το εκλαμβάνει ως κακή κριτική, μάλλον σαν έπαινο. «Δεν θα κάνω ποτέ μια φεστιβαλική ταινία μόνο και μόνο για να λειτουργήσει σε φεστιβάλ. Το βλέπω σε νέους δημιουργούς, και το καταλαβαίνω και εγώ από εκεί ξεκίνησα. Να κυνηγάς τον θεσμό, να μην παίρνεις ρίσκα. Αλλά αν δεν βρεθείς σε Φεστιβάλ, μετά δεν μπορείς να διεκδικείς χρηματοδότηση από το Κέντρο Κινηματογράφου. Κι έτσι αρχίζει το παιχνίδι…».

Το δικό του στοίχημα όμως είναι αλλού. Στον θεατή που δεν περιμένει να του εξηγηθεί ο κόσμος. Στον θεατή που θα έρθει πεινασμένος. «Θα ήθελα πεινασμένους θεατές», λέει. «Όχι αυτούς που περιμένουν έτοιμη τροφή. Να φέρουν κι αυτοί κάτι στο τραπέζι. Να δουν κάτι που μπορεί να μην τους αρέσει. Να τους μετακινήσει. Να φύγουν λίγο από τη νόρμα. Λόγω κόστους, το 99% του σινεμά πάει στη νόρμα. Γιατί αν ξεφύγεις, θα χάσεις κοινό κι αν έχεις ξοδέψει λεφτά, φοβάσαι. Γι’ αυτό υπάρχει μια αυτολογοκρισία. Να μην ταράξουμε τον θεατή. Να μην ταράξουμε τα νερά».

Αυτό που περιγράφει είναι όλη η ουσία του κινηματογράφου· η στιγμή που το έργο βρίσκει τον θεατή του. Και αυτό, όπως συμφωνεί, είναι και το δώρο ενός φεστιβάλ όπως της Θεσσαλονίκης. «Αυτό είναι και η θέληση, το δώρο που μας κάνει το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Να μπορούμε να απολαύσουμε ταινίες που οι περισσότερες δεν θα βγουν ποτέ στις αίθουσες. Είναι θλιβερό – μια εβδομάδα, μια εβδομάδα μόνο, κι ύστερα τέλος…Ή θα πάνε σε έναν κινηματογράφο που κάποιος τρελός – με την καλή έννοια – γουστάρει και τις φέρνει. Αλλά δεν θα πάνε σε μεγάλες αίθουσες. Κι είναι κρίμα».

Η φράση αυτή είναι που κρατάω αποχαιρετώντας τον: ο κινηματογράφος μπορεί τελικά να είναι μια απόπειρα πίστης ότι κάπου, κάποιος – έστω και ένας – θα συναντήσει την ταινία σου πραγματικά.

Συντελεστές

«ΚΡΑΥΓΕΣ» / “CRIES”
87΄ | Ελλάδα | Έγχρωμη | 2025

Σκηνοθεσία Πέτρος Σεβαστίκογλου | Σενάριο Πέτρος Σεβαστίκογλου – Ειρήνη Λαμπρινοπούλου | Φωτογραφία Πέτρος Σεβαστίκογλου | Κάμερα Πέτρος Σεβαστίκογλου, Ορέστης Σταυρόπουλος (συμπληρωματικά πλάνα Δημήτρης Σταυρόπουλος) | Μοντάζ & Color Χρήστος Γιαννακόπουλος | Μουσική The Prefabricated Quartet, Χρήστος Γούσιος, Θοδωρής Παπαδημητρίου, Μιχάλης Σιώνας | Σχεδιασμός ήχου Χρήστος Γούσιος | Μιξάζ Κώστας Βαρυμποπιώτης, Χρήστος Γούσιος | Βοηθοί σκηνοθεσίας Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, Δημήτρης Σταυρόπουλος, Ορέστης Σταυρόπουλος | Εκτέλεση παραγωγής / Διεύθυνση Παραγωγής Φώτης Θωμάς

Παραγωγή Πέτρος Σεβαστίκογλου | Συμπαραγωγή Φαντασία Οπτικοακουστική Ε.Π.Ε. | Συμπαραγωγοί Στέλλα Θεοδωράκη, Θάνος Αναστόπουλος

Παίζουν Αγλαΐα Παππά, Αλεξάνδρα Καζάζου, Χάρης Φραγκούλης, Μαργαρίτα Αλεξιάδη, Μαρία Αρζόγλου, Μαρία Θανασάκη, Διονυσία Μπαλαμώτη, Ντίμυ Ρίζου, Δανάη-Αρσενία Φιλίδου, Σπύρος Δέτσικας, Ελένη Θυμιοπούλου, Σίμος Κακάλας, Ανδρέας Κοντόπουλος, Αλεξάνδρα Μαρτίνη, Πένυ Μπουκουβάλα, Υψιπύλη Σοφιά, Σωτήρης Μανίκας, Τίτος Πινακάς

Adblock test (Why?)

Πηγή: elculture


Σχετικά άρθρα


Δημοσίευση από , Βρίσκεται στις κατηγορίες Πολιτισμός και Ψυχαγωγία

Σχολιάστε το άρθρο

*


Τελευταία άρθρα

Γκαλερί

Σχεδιασμός από MOD creative studio