«Μέχρι να σβήσουν τ’ άστρα» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου: Το απλοϊκό και αβαθές θεατρικό έργο της Μπεθ Στηλ σε μία σκηνοθεσία και έναν θίασο που το…
29/11/2025 - 07:36
Το Θέατρο του Νέου Κόσμου πιστό στο όραμα του δημιουργού του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου στην αναζήτηση σύγχρονων έργων με πολιτικό υπόβαθρο ανεβάζει σε σκηνοθεσία του ίδιου, το καινούργιο έργο της βραβευμένης Βρετανίδας σεναριογράφου και θεατρικής συγγραφέως Μπεθ Στηλ με τίτλο « Μέχρι να σβήσουν τ’ άστρα» (Till The Stars Come Down) μια ρεπερτοριακή επιλογή που μοιάζει, αφενός, εναρμονισμένη με το ιδεολογικό στίγμα του θεάτρου και αφετέρου απόλυτα λογική μετά από τις διθυραμβικές κριτικές που δέχτηκε το έργο ύστερα από την πρώτη του παρουσίαση στο Θέατρο Dorfman του Εθνικού Θεάτρου της Αγγλίας τον περασμένο χειμώνα, και τη συνεχιζόμενη επιτυχημένη πορεία του στο West End στο Theatre Royal Haymarket.

Η Μπεθ Στηλ και το έργο της
Η Μπεθ Στηλ είναι σεναριογράφος, θεατρική συγγραφέας, επιλεγμένη συνεργάτιδα του Εθνικού Θεάτρου της Μ.Βρετανίας, δραστηριοποιείται δε, σε κινηματογραφικά projects με τις εταιρίες The Forge και Fable Pictures. Αν και έχει ακόμα μικρό εύρος εργογραφίας στο ενεργητικό της, τα έργα της έχουν ευρεία απήχηση. Συγκεκριμένα, το Wonderland, το δεύτερο θεατρικό της έργο, δέχτηκε εξαιρετικές κριτικές, και της χάρισε το βραβείο Evening Standard Theatre Award. To έργο επιπροσθέτως ήταν υποψήφιο για το βραβείο Susan Smith Blackburn. Επίσης, μεταδόθηκε ζωντανά σε όλον τον κόσμο μέσω της ιστοσελίδας της Guardian και έκτοτε έχει πολλές επιτυχημένες περιφερειακές παραγωγές. Το προτελευταίο έργο της, το The House of Shades (Το Σπίτι των Σκιών) που το εμπνεύστηκε-όπως η ίδια δήλωσε- όταν είδε τη συναρπαστική Ορέστεια (Oresteia) του Robert Icke επρόκειτο να κάνει πρεμιέρα στο Θέατρο Almeida του Λονδίνου τον Μάιο του 2020 σε σκηνοθεσία Blanche McIntyre που όμως αναβλήθηκε λόγω της πανδημικής συνθήκης του covid 19, και τελικά πρωτοπα;iχτηκε στο Θέατρο Almeida το 2022.
Αμέσως μετά, το 2024, θα γράψει το έργο Μέχρι να σβήσουν τ’ άστρα. Η συγγραφέας μιλά για το έργο της, τις παραστασιακές του αποδόσεις, καθώς και την απήχησή του με ένθερμο ενθουσιασμό: Έχω την τάση να γράφω θεατρικά έργα για σύνολα, οπότε στο “Μέχρι να σβήσουν τ’ άστρα”, δεν νομίζω ότι υπάρχει πρωταγωνιστής. Πραγματεύεται πολλές ανθρώπινες ζωές».
Κατόπιν, καθορίζει πού διαδραματίζεται η πλοκή. «”Στο Σπίτι των Σκιών”, ήξερα ότι ήταν ένα σπίτι, και ότι η δράση εκτεινόταν μέσα στον χρόνο, μέσα στις δεκαετίες. Στο “Μέχρι να σβήσουν τ’άστρα”, ήξερα ότι η δράση θα εκτυλισσόταν κατά τη διάρκεια μιας γαμήλιας τελετής. Το σκηνικό του πλαίσιο είναι ένας γάμος», (από συνέντευξη της συγγραφέως στη Rivka Jacobson. 08/03/2024).
Και θα προσθέσει : – «…Αποβιομηχάνιση, Brexit, μετανάστευση, κοινωνική μεταρρύθμιση. Αλλά δεν ήθελα αυτά τα θέματα να παρουσιάζονται ως επιχειρήματα μεταξύ χαρακτήρων. Ένας γάμος έμοιαζε τέλειος: υποτίθεται ότι είναι μια μέρα χαράς, ζωντάνιας και έντονων συναισθημάτων. Αυτές οι εντάσεις αναδύονται στην επιφάνεια, αλλά είναι ενσωματωμένες στον ιστό της ζωής των ανθρώπων αντί να συζητούνται ευθέως. Έτσι ήθελα να συναντήσει το κοινό αυτούς τους χαρακτήρες: να αντιμετωπίσει τη ζωή τους, τις επιλογές τους και τα σημεία όπου δεν έχουν άλλη επιλογή – αντί να τους παρακολουθεί να διαφωνούν για αφηρημένες θέσεις. Οι γάμοι είναι ολοήμερες εκδηλώσεις, που ξεκινούν με τελετουργίες και τελετές, αλλά με την πάροδο του χρόνου οι πραγματικές συμπεριφορές των ανθρώπων ξεχύνονται. Στη Βρετανία, το αλκοόλ βοηθάει σε αυτό.
Αλλά η άρνηση διατρέχει ολόκληρο το έργο. Η άρνηση ότι η πόλη αλλάζει – έχει ήδη αλλάξει και θα αλλάξει ακόμα περισσότερο. Η άρνηση ότι τα ανθρακωρυχεία έχουν εξαφανιστεί – ποιοι είμαστε λοιπόν τώρα; Η άρνηση για το κλίμα – «η πιο ζεστή μέρα του χρόνου», το είπαν και πέρυσι. Γίνεται όλο και πιο ζεστό, υπάρχει φωτιά, υπάρχουν φλόγες, οι άνθρωποι μπορούν να μυρίσουν το κάψιμο. Είναι ένας μικροσκοπικός κόσμος ενός έργου, αλλά αυτός ο κόσμος καίγεται. Από την αρχή κιόλας κάποιος μπορεί να το μυρίσει και όλοι το αγνοούν μέχρι που κυριολεκτικά γίνεται φλόγα. Έτσι το σκέφτομαι εγώ: στο τέλος, οι τρεις αδερφές καίγονται, αν θέλετε, αλλά η μεγαλύτερη μεταφορά είναι ενός κόσμου που φλέγεται».
Σε ένα τόσο μικρό δείγμα γραφής που μάλιστα τελεί υπό διαμόρφωση θα ήταν άδικο να αρθρωθεί ένας συνολικός κριτικός λόγος. Ωστόσο, για το συγκεκριμένο έργο, ας μου επιτραπεί να πω, ότι παρόλες τις διθυραμβικές κριτικές και την απήχησή του, πιστεύω ότι πρόκειται για ένα έργο αβαθές, γεμάτο στερεότυπα και κλισέ. Με παντελή έλλειψη πρωτοτυπίας, θεματικά και δραματουργικά μέτριο. Απλοϊκό στη γραφή, την πλοκή και τη διάπλαση των χαρακτήρων. Και κυρίως με μια άτεχνη, ατελή, πρωτόλεια, τεχνική γραφής.

Οι επιπτώσεις της Μεγάλης Απεργίας των Ανθρακωρύχων ως ανεκμετάλλευτο δραματουργικό πλαίσιο
Η Μπεθ Στηλ επιλέγει ως κοινωνικο-ιστορικό δραματουργικό πλαίσιο τη συνταρακτική συνθήκη των ζοφερών επιπτώσεων της πολιτικής της Θάτσερ που ρήμαξε τις οικογένειες, τις πόλεις, τις επόμενες γενιές, 40 χρόνια μετά τη σφοδρή αντιπαράθεσή της με τα Συνδικάτα των ανθρακωρύχων. Αντιπαράθεση που συνοδεύτηκε από βίαιες συγκρούσεις που οδήγησαν στη συντριπτική και πικρή ήττα των δεύτερων μετά από γενναίο και άνισο αγώνα. Αναφέρομαι στη Μεγάλη Απεργία των Ανθρακωρύχων στην Αγγλία (1984-1985). Μια συνταρακτική ταξική και εργασιακή σύγκρουση μεταξύ της Εθνικής Ένωσης Ανθρακωρύχων (NUM)-με επικεφαλής τον πρόεδρό της, Arthur Scargill – και της κυβέρνησης Θάτσερ σχετικά με το σχεδιαζόμενο από την πλευρά της κλείσιμο πολλών ανθρακωρυχείων. Πολιτική που οδήγησε στην παρακμή της βιομηχανίας άνθρακα, στην αποδυνάμωση των συνδικάτων και στις διαρκείς δυσμενείς συνέπειες σε όλα τα επίπεδα: οικονομικά, κοινωνικά, πολιτειακά. Συνέπειες που υφίστανται ακόμα οι παλιές, αποσαθρωμένες πια κοινότητες εξόρυξης.
Η συγγραφέας αδυνατεί να αξιοποιήσει τη συνταρακτική αυτή ιστορική συνθήκη που η ίδια θέτει ως δραματουργικό υπόβαθρο που καταλήγει ανεκμετάλλευτο συγγραφικά και αδρανές σκηνικά. Τρανό παράδειγμα ο δραματουργικός χειρισμός της ψυχρότητας του Πιτ (πατέρα των τριών αδερφών) και του θείου τους Τόνι που έχουν να μιλήσουν δεκαετίες ολόκληρες χωρίς κανείς να γνωρίζει τον λόγο και αποκαλύπτεται ότι ο πρώτος έσπασε την απεργία και ο δεύτερος δεν τον συγχώρεσε ποτέ. Σκηνική σύγκρουση κορυφαίας σημασίας που η συγγραφέας εξαντλεί πρόχειρα προσφέροντάς της ελάχιστο σκηνικό χρόνο και δραματουργικό βάθος. Ενώ παρουσιάζει εξαντλητικά την ερωτική έλξη της Μάγκι για τον άνδρα της αδερφής της Χέιζελ, καθώς και την όψιμη ερωτική εξομολόγηση της θείας Κάρολ (συζύγου του Τόνι) στον Πιτ (πατέρα των τριών γυναικών).
Η δραματουργία της εκπίπτει στο τετριμμένο και αφελές των καθημερινών τηλεοπτικών σειρών, αποδυναμώνοντας το ουσιαστικό οικογενειακό πλέγμα σχέσεων των προσώπων που το συντρίβει η ιστορικοκοινωνική συνθήκη που η ίδια θέτει.

Οι τρεις αδερφές των Μίντλαντς
Το κείμενο της Μπεθ Στηλ, επίσης, διατηρεί σαφή επιρροή από τις «τρεις αδερφές» του Τσέχωφ σε μια μάλλον επιδερμική και αφελή ανάγνωση. Ενσωματώνει δε επιφανειακά, χωρίς δημιουργική έμπνευση τα στοιχεία των βασικών αλλά και των περιφερειακών προσώπων και των συνθηκών τους αντιγράφοντας το σχήμα, χωρίς να συνδιαλέγεται στο ελάχιστο με το τσεχωφικό έργο, αν και η ίδια υποστηρίζει το αντίθετο: «Δεν είχα σκοπό να γράψω τις “Τρεις αδερφές”, αλλά απλώς συνέβη – αναμφίβολα ο Τσέχωφ το διαπέρασε υποσυνείδητα. Έγινε μια πραγματικά όμορφη εξερεύνηση των αδερφών»
Σε ερώτηση δημοσιογράφου θα απαντήσει σχετικά: -Και αν μπορούσατε να προσκαλέσετε οποιονδήποτε – ζωντανό ή νεκρό – να καθίσει στο γαμήλιο τραπέζι του έργου σας, ποιος θα ήταν αυτός;
-Ω, Θεέ μου… Νομίζω ότι θα προσκαλούσα τον Τσέχωφ. Σίγουρα θα ήταν εντάξει με τη βότκα – δεν είμαι σίγουρος πώς θα ένιωθε για τη λάγκερ! Ούτε εγώ νομίζω ότι θα έλεγε πολλά. Τον φαντάζομαι με αυτό το μικρό, γεμάτο ψυχή, πλατύ χαμόγελο, απλώς να παρακολουθεί σιωπηλά. Ναι, θα προσκαλούσα τον Τσέχοφ (από συνέντευξη της Μπεθ Στηλ, People of Theatre)

Κριτική & πρόσληψη
Στην προσπάθειά μου να μην αδικήσω το έργο με τη διαμορφωμένη αρνητική άποψή μου, αναζήτησα βρετανικές κριτικές για να δω ποια επιχειρήματα επιστρατεύονταν για να αιτιολογήσουν τη θετική πρόσληψή του. Πραγματικά η συντριπτική πλειοψηφία των κριτικών το εκθείαζαν. Ελάχιστοι το αποδοκίμαζαν. Η ίδια η συγγραφέας θα πει: «Υπήρχε ένα άρθρο στο Front Row που με αναστάτωσε επειδή υποστήριζε ότι αυτές οι ζωές δεν έπρεπε να ανεβαίνουν στο Λονδίνο. Ο κριτικός είπε ότι ήταν “γραμμένο στον Βορρά, να παραμείνει στον Βορρά” Και πρόσθετε: Γιατί αυτό να σημαίνει ότι δεν ανήκει στο Λονδίνο;».
Διατηρώ, λοιπόν, την αίσθηση ότι δεν κρίθηκε η συγγραφική δεινότητα της Στηλ. Οι αρνητικές κριτικές ήταν επαίσχυντα και ανεπίτρεπτα ταξικές, ενώ οι εγκωμιαστικές εκθείαζαν στην ουσία όχι τη γραφή της αλλά την τόλμη της να θέσει παραστασιακά αυτό το μείζον κοινωνικο-ιστορικό ζήτημα που για δεκαετίες αποτελεί πληγή με ολέθριες κοινωνικές συνέπειες για μεγάλο κομμάτι του βρετανικού κοινωνικού ιστού. Συμφωνώ με αυτό. Βρίσκω το θέμα συνταρακτικό, την τόλμη της άξια σεβασμού αλλά εξαιρετικά άτεχνο και αδύναμο τόσο το κείμενο, όσο και τον δραματουργικό χειρισμό του.

Οι συντελεστές:
Η μεταφραστική δεινότητα των Αντώνη Γαλέου και της Κοραλίας Σωτηριάδου υπερβαίνουν το αρχικό κείμενο. Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος σκηνοθετεί με τρυφερότητα, χιούμορ, καλλιτεχνικό ήθος, ένα αδύναμο θεατρικό κείμενο. Κατορθώνει και προσδίδει στο παραστατικό αποτέλεσμα αδιάλειπτη ροή και εύστοχο ρυθμό.
Συνεπής είναι η σκηνογραφική και η ενδυματολογική κατάθεση του Πάρι Μέξη.
Εύστοχη η μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου όπως και ο σχεδιασμός των φωτισμών από τον Σάκη Μπιρμπίλη και επαρκής η επιμέλεια κίνησης από την Ξένια Θεμελή.

Οι ερμηνείες:
Αρκετά περιγραφικές και με αδύναμο υποκριτικό στίγμα η ερμηνεία της Υακίνθης Κωνσταντοπούλου και της Μαντώς Μιχαλιού στους ρόλους των δύο θυγατέρων της Χέιζελ και του Τζον.
Ο Χρίστος Στυλιανού ως Τζον (σύζυγος της Χέιζελ, ερωτευμένος με την αδερφή της Μάγκι) περιορίζεται στο υποκριτικό περίγραμμα του ρόλου.
Ο Κώστας Φλωκατούλας ως Τόνι , δημιουργεί με τις παύσεις και τις υπαινικτικές σιωπές του μια ουσιαστική υποκριτική σπουδή αξιοπρόσεκτου συναισθηματικού εύρους.
Ο Χάρης Γρηγορόπουλος ως Πιτ (πατέρας των τριών αδερφών) είναι λιτός, συγκινητικός και καίριος.
Η Μαρία Κατσιαδάκη είναι μια ηθοποιός αξιώσεων, ως θεία Κάρολ, όμως, αισθάνομαι ότι υποκύπτει στη γραφικότητα του ρόλου, ενώ έχει την υποκριτική δεινότητα να ισορροπήσει την κωμικότητα με τον σπαραγμό.


Η Ελίνα Ρίζου ως Σύλβια, ενώ συνταράσσεται από τις συναισθηματικές δονήσεις του ρόλου, τον αποδυναμώνει -ενδεχομένως και από υπερβάλλοντα ζήλο.
Η Άννα Καλαϊτζίδου ως Μάγκι είναι υποκριτικά ισχυρή, έντιμη και διαρκώς ερμηνευτικά ανατροφοδοτούμενη.
Η Σύρμω Κεκέ είναι μια υποκριτική πυριτιδαποθήκη. Το πόσο αδύναμο είναι το έργο της Στηλ το αποδεικνύει η σκηνική της παρουσία που προσπαθεί διαρκώς να υπερβεί τις συγγραφικές αδυναμίες. Στην τελική σκηνή της έκρηξης της Χέιζελ, αποδεικνύει για μια ακόμα φορά την υποκριτική της αξία.
Ο Δαυίδ Μαλτέζε ως Μάρεκ είναι εξαιρετικός. Η αντιστικτική υποκριτική του σπουδή ανάμεσα στο τραύμα του μετανάστη και την υπεροχή της οικονομικής του τελικά επιτυχίας στην ξένη χώρα είναι έξοχη. Μια πλήρης σκηνική κατάθεση.
…Συνοψίζοντας
Ένα συνταρακτικό θέμα. Ένα θεατρικό έργο άτεχνο και απλοϊκό. Μία σκηνοθεσία και ένας θίασος που με τις υψηλές ποιότητές του το υπερβαίνει.

Info παράστασης:
Πηγή: elculture
Σχετικά άρθρα
- Εθνικό Θέατρο: Παρουσίαση καλλιτεχνικού προγράμματος για το 2024-2025 – Η πρόθεση «για έναν κόσμο ανοικτό» (1.000)
- Πρώτο τραπέζι στο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας η Ματίνα Παγώνη [Εικόνες] (0.000)
- Σκρέκας: Θα είχαμε πολύ πιο χαμηλούς λογαριασμούς ενέργειας αν γίνονταν επί ΣΥΡΙΖΑ αυτά που γίνονται σήμερα για τις ΑΠΕ (0.000)
- Εκλογές ΚΙΝΑΛ: Πανηγυρική «επιστροφή» του ΠΑΣΟΚ – Μεγάλη συμμετοχή του κόσμου – Δευτέρα τα αποτελέσματα (0.000)
- Ανατολική Μεσόγειος: Στο μικροσκόπιο της Αθήνας το τουρκικό γεωτρύπανο – Η απάντηση αν επιχειρηθεί πρόκληση (0.000)
Δημοσίευση από AutoPolis, Βρίσκεται στις κατηγορίες Πολιτισμός και Ψυχαγωγία

Εμείς και εσείς σε επαφή





