- PolisPress - http://www.polispress.gr -

Ελλάς vs Γερμανία – Μέρος πρώτο

[1]Γράφει ο «Βερολινέζος»

Εισαγωγή

Βερολίνο 2010.
Αργά ένα Σάββατο απόγευμα, τέλος του Νοέμβρη, σε ένα προαστιακό πολυτελές και ιδιαίτερα πολυσύχναστο εμπορικό κέντρο του Steglitz στην οδό Schlossstrasse, μια νεαρότατη, ιδιαίτερα όμορφη μελαχρινή γαλανομάτα Γερμανίδα ερμηνεύει, πολύ πετυχημένα είναι η αλήθεια, στην γεμάτη από κόσμο κύρια σάλα του εμπορικού, το καταπληκτικό «Nothing Compares to You» της Sinead O’ Connor. Για λίγα δευτερόλεπτα το μυαλό μου παρασύρεται και γυρίζει αυθόρμητα πίσω στα χρόνια της αθωότητας, στα χρόνια της νιότης, αναμοχλεύοντας όμορφες στιγμές εκείνων των χρόνων. Τέλη της δεκαετίας του 80, αρχές της δεκαετίας του 90.

Η εικονική πραγματικότητα όμως και μαζί της οι γλυκές αναμνήσεις, λαμβάνουν γρήγορα τέλος και επανέρχομαι στο παρόν. Εκεί, ανάμεσα σε εκατοντάδες καλοντυμένους και καλοστεκούμενους Γερμανούς, μικρούς και μεγάλους, οι οποίοι δείχνουν να έχουν αφεθεί πλήρως και απολύτως γαλήνια στους ήχους της όμορφης μελωδίας σαν να μην έχουν τίποτε μα απολύτως τίποτε κακό για να τους απασχολεί, παρά μόνο το πώς θα «γλυκάνουν» και «ζεστάνουν» το κρύο Σαββατόβραδό τους, έχοντας αφήσει πίσω μία ακόμη συνηθισμένη εβδομάδα δουλειάς που, αν κρίνω από τις αγορές τους, φαίνεται να απέδωσε και πάλι καρπούς. Οι επίσης πολλοί Τούρκοι – ως γνωστόν στο Βερολίνο ζουν πάνω από 1.000.000 – δεν δείχνουν να συγκινούνται ιδιαίτερα έως καθόλου από το τραγούδι και απτόητοι συνεχίζουν να επιδίδονται σε ατέλειωτο shopping ή να απολαμβάνουν κάποιο καφέ ή τσάι. Ενδεχομένως κάποιο αντίστοιχο εθνικό λαϊκό τους άσμα, τύπου τσιφτετέλι, να τους «πείραζε» λίγο το μουσικό αισθητήριο.

Εν ριπή οφθαλμού, οι δεκάδες των σκέψεων μου, δίνουν, αναπόφευκτα, τη σειρά τους σε εκείνη την επόμενη, γεμάτη θλίψη σκέψη. Σε αυτή που αφορά στους πολίτες της «αντί και πέρας» και πολύ νοτιότερης του Βερολίνου όχθης. Στους πολίτες της δικής μας χώρας. Της Ελλάδας.

Στον αντίποδα λοιπόν, οι εκατομμύρια των ομοεθνών συμπολιτών μου, αντί να περιδιαβαίνουν αμέριμνοι τα όποια εμπορικά κέντρα των Αθηνών ή της όποιας άλλης πόλης της Ελλάδας μας, παρακολουθώντας διάφορα αντίστοιχα happenings και attractions και κάνοντας αγορές προσβλέποντας σε όμορφα Χριστούγεννα τα οποία ανέκαθεν αγαπούσαν, κυρίως για το γιορτινό τους και όχι τόσο για το θρησκευτικό τους χαρακτήρα, κάθονται «κλεισμένοι» φοβισμένοι, στεναχωρημένοι και προδομένοι σπίτι τους.

Σε ένα σπίτι που δεν είναι σε θέση πια να γνωρίζουν αν θα το έχουν και τα επόμενα Χριστούγεννα, αφού δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν αν τους επόμενους μήνες θα έχουν δουλειά που θα τους επιτρέπει να εξοφλούν τη μηνιαία τραπεζική τους δόση ή το ενοίκιο.

Σε ένα σπίτι που η μόνη «θαλπωρή» που μπορεί να τους προσφέρει δεν είναι παρά μόνο κάποιο εκ των κεντρικών δελτίων ειδήσεων της «ελεύθερης» ιδιωτικής τηλεόρασης, στα οποία «πρωταγωνιστές» δεν είναι άλλοι παρά οι ισόβιοι θιασώτες της Μυκόνου Κυκλάδων και Αράχοβας Παρνασσού, κάτοικοι βεβαίως των ασφαλών Βορείων, κυρίως αλλά όχι μόνο…, προαστίων, οι οποίοι έχοντας, άγνωστο πως, από καιρό εξασφαλίσει τα κατά τη δική τους έννοια «προς το ζειν» ακόμη και των τρισέγγονων τους, περιγράφουν με άκρως λεπτομερή και «συναρπαστικό» τρόπο που θυμίζει ταινία τρόμου τύπου «SAW – live edition», τον τρόπο και τις διαδικασίες με τις οποίες οι Έλληνες οδηγούμεθα, από τον νυν υποτροπιάζων κωματώδη πνευματικό και ηθικό ξεπεσμό στην απόλυτη εξαθλίωση και φτώχια. Στον απόλυτο εξευτελισμό και ότι αυτός συνεπάγεται.

Βέβαια για τους Έλληνες συμπολίτες μου υπάρχει και η κατ’ οίκον δυνατότητα, αν βεβαίως θέλουν, να το «γλεντήσουν» και να το «ρίξουν και λίγο έξω» παρακολουθώντας κάποιο «ποιοτικό» νυχτερινό ψυχαγωγικό πρόγραμμα, όπου κάποιοι άλλοι, «διάσημοι» και αυτοί, θα «πίνουν στην υγειά μας» ελέω βεβαίως της Ελληνικής κρατικής τηλεόρασης και των «συν αυτώ» συνεργατών της, την οποία βέβαια οι φουκαράδες Έλληνες πολίτες, που ήδη χάνουν τις δουλειές και τα σπίτια τους, επί σειρά ετών πληρώνουν, χωρίς όμως να έχουν ερωτηθεί για αυτό.

Προσπαθώ να διώξω τις κακές σκέψεις. Κουνάω το κεφάλι μου, ανοιγοκλείνω ταχέως τα μάτια μου για να συνέλθω και να σκεφτώ κάτι ελπιδοφόρο. Κάποιοι Γερμανοί με κοιτάνε περίεργα. Δεν ξέρω αν φαινότανε η θλίψη των σκέψεών μου, εγκατέλειψα όμως γρήγορα και πολύ θυμωμένος, όχι με τους Γερμανούς αλλά πρωτίστως με τον εαυτό μου, το χώρο. Θυμωμένος και γεμάτος θλίψη.

Βερολίνο 2010. Νωρίς Σάββατο βράδυ. Ένα κρύο αλλά υπέροχο, γιορτινό και φωτεινό, γεμάτο υποσχέσεις για όσους θέλουν και μπορούν, βράδυ. Επιστρέφοντας στο αυτοκίνητο, ο κρύος αέρας που φυσά το πρόσωπο μου, μου θυμίζει εκείνα τα χρόνια στην Ελλάδα, στη Αθήνα, όχι πολύ μακριά από σήμερα, περίπου στα μέσα προς τέλη της δεκαετίας του 80 αλλά και τις αρχές (very first beginning) της δεκαετίας του 90, τότε που το κλίμα στην Αττική ήταν ακόμη υγιές και που Νοέμβρη μήνα φυσούσε ακόμη κρύος αέρας και στην «άκαυτη» ακόμη Πάρνηθα «έπεφταν» ήδη τα πρώτα χιόνια. Τότε που οι οσμές από τις αξέχαστες «μωρουδίστικες πάνες» άφηναν έντονη οσμή την οποία τα επόμενα χρόνια, εύκολα, ξέχασαν οι συμπολίτες μου, τότε που η Κρήτη «ξέχασε» τη Μακεδονία αλλά σήμερα θυμάται Δημοκρατικές συμμαχίες. Τότε που όσοι μπορούσαν να «δουν» μπροστά άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι η αρχή του τέλους για την Ελλάδα είχε ήδη ξεκινήσει και δεν υπήρχε επιστροφή.

Καληνύχτα Βερολίνο. Καληνύχτα Ελλάδα.

«Βερολινέζος»
To be continued…