Έχω τρέξει στα λιβάδια μαζί τους σα νεράιδα και εγώ. Έχω κρυφτεί πίσω από κολώνες, κάτω από κρεβάτια και μέσα σε μπανιέρες όταν παίζαμε κρυφτό. Έχω χορέψει σαν το δέντρο, έχω συρθεί όπως μια χελώνα και έχω κακαρίσει σαν κόκορας.

Έχω κυλιστεί στο πάτωμα κάνοντας τον «γαργαλίτσα», πλάσμα δικής μου έμπνευσης, έχω μαζί τους φτιάξει καστροπολιτείες από περίεργα υλικά και έχω τραγουδήσει τον κοιμισμένο δράκο.

Πόσες φορές, ίσως να με ρωτήσεις; Όχι πολλές θα σου απαντήσω αλλά όλες τις θυμάμαι. Όλες σαν ένα μονοπλάνο έχουν περάσει καρέ καρέ από το μυαλό μου. Όλα fast forward, σαν μια λάμψη που σχίζει τον αέρα, και όλα σιωπηλά. Μόνη μουσική υπόκρουση, το γέλιο τους κάπου στο βάθος. Και αυτό είναι το μόνο που κρατάω. Το γέλιο τους. Εκείνο το γαργαλιστικό γέλιο των κοριτσιών μου, των ολόδικών μου κοριτσιών που η τύχη τα έφερε έτσι κι έγινα η μαμά τους. Η απόλυτη παράλυση της χαράς και του ενθουσιασμού που με σκάνε σαν μπαλόνι.

Έχω χτυπήσει με θυμό το χέρι μου πάνω στον πάγκο της κουζίνας, έχω βροντήξει την πόρτα του δωματίου μου αφήνοντάς τες πίσω μου, έχω ουρλιάξει, «φτύνοντας» σχεδόν πάνω τους λέξεις με τις συλλαβές τους σαν βέλη να εξαπολύονται πάνω τους, τόσο απόλυτα, τόσο ηχηρά που σχεδόν άκουσα το κρακ του τοίχου αλλά και της καρδιάς τους που από τον πανικό, σχεδόν έπεσε στο πάτωμα. Έχω βρίσει στα κρυφά για να μην με ακούσουν, ο ενήλικος πολιτισμένος εαυτός μου δεν θα το συγχωρούσε ποτέ και έχω νιώσει την ακατανίκητη επιθυμία να τις χαστουκίσω – ποτέ δεν το έκανα. Ζόρικες και συχνά μοναχικές στιγμές με τον χειρότερό σου εαυτό να αναδύεται σατανικά και να σε χλευάζει.

alt

Αλλά έχω κοιμηθεί στο πάτωμα με το χέρι να κρατάει το δικό τους σχεδόν όλη νύχτα, έχω πανικοβληθεί σε κάθε μικρό σημάδι που εμφανίστηκε στο ένα τους χέρι ή στο έκζεμα στο πόδι τους, έχω κλάψει σαν τις άφησα την πρώτη κιόλας μέρα στο σχολείο ή αργότερα στο πρώτο τους ταξίδι στο χωριό της γιαγιάς, έχω πανικοβληθεί στην πρώτη τους αποδοκιμασία, έχω προσευχηθεί να έχουν άστρο λαμπερό προστάτη στο κεφάλι τους. Και τρομάζω καθημερινά στη σκέψη μήπως όταν κοιμηθώ, μετά δεν θα ξυπνήσω γιατί ο πόνος τους αβάσταχτος θα είναι.

Μαμά πόσο χρονών ήσουν όταν με έκανες;
– Ήμουν 37
– Άργησες να γίνεις μαμά.
– Μην ξεχνάς ότι έκανα την αδελφή σου 4 χρόνια πριν άρα έγινα μαμά στα 33. Καλή ηλικία νομίζω.
– Ναι καλή είναι. Αλλά θα προτιμούσα να με είχες κάνει στα 20 γιατί τότε θα σε είχα πιο πολλά χρόνια κοντά μου.
– Και τώρα αγάπη μου θα είμαστε πολλά χρόνια μαζί. Τόσα που θα βαρεθείς.
– Μαμά φοβάσαι τον θάνατο;
– Φοβάμαι λίγο για αυτό δεν το σκέφτομαι.
– Μαμά να μην φοβάσαι για 2 λόγους: ο ένας γιατί θα μάθεις επιτέλους τι κρύβεται μετά από αυτή τη ζωή και δεύτερον θα τους δεις όλους όσους έχουν φύγει.
– Το πιο σημαντικό είναι ότι θα έχω ζήσει μια υπέροχη ζωή από εσάς γεμάτη.

Και η σκέψη μου καρφώνεται: ποτέ δεν θα είναι αρκετή η ζωή μαζί τους. Η διαφορά μας με σταθερή απόκλιση 30εντίας θα στέκεται σαν ακάνθινο στέμμα στο κεφάλι, υπενθυμίζοντάς πως σε κάθε αρχή υπάρχει μια μέση και ένα τέλος. Σε κάθε αγκαλιά υπάρχει ο αποχωρισμός και σε κάθε γέλιο, το κλάμα. Η ζωή έτσι είναι καμωμένη. Πάντα θα απουσιάζει το λίγο ακόμα, το λίγο περισσότερο, το κάτσε δεν μου φτάνει. Μια σκέψη, μια ιδέα σχεδόν πάντα καθυστερημένη. Όταν πλέον είναι αργά. Όταν η γη ολοκληρώνει την περιστροφή της και η επόμενη μέρα ήδη βρίσκεται στην πόρτα. Και τότε, η σκέψη έχει πάλι κάνει φτερά. Εκείνα όμως πάντα θα το σκέφτονται. Γιατί για τα παιδιά ποτέ δεν είναι αρκετός ο χρόνος με τη μαμά.

Η Γιορτή της Μητέρας είναι αφιερωμένη σε εκείνα. Στα υπέροχα φανταστικά παιδιά όλου του κόσμου που έκαναν εμάς, εκείνες, όλες, μαμάδες. Για να ρουφάμε λίγο λίγο, από τη σοφία τους. Να μην ξεχνάμε ότι κάθε μας πράξη καταγράφεται, γίνεται αποσκευή, κάθε μας λέξη είναι ικανή να ποτίσει ένα λουλούδι ή να καρφώσει ένα οδυνηρό καρφί.

Θέλω να προλάβω να τις πάω στο σαφάρι που τους υποσχέθηκα, για κολύμπι συντροφιά με δελφίνια, στη μεγάλη Legoland, στα Μουσεία της Νέας Υόρκης, να γνωρίσω τους πρώτους τους φίλους, να βάλουμε μαζί τα πρώτα τους τακούνια και να τα απορρίψω όλα, να αγοράσουν το πρώτο σουτιέν και να γελάω, να τους μιλάω στο τηλέφωνο όταν θα μένουν στο ολόδικό τους σπίτι, να τις βλέπω ευτυχισμένες με ρυτίδες, να τις βλέπω να γελάνε. Και να με κερνάνε τσάι…με ουίσκι.

– Θυμάσαι όταν ζωγραφίζαμε εκείνα τα κλαριά;
– Μα φυσικά μαμά. Τι νομίζεις; Όλα τα θυμάμαι. Το παλιό μας σπίτι, εσένα στη βεράντα και στις βόλτες στο πάρκο, εσένα να μου φοράς το πουκάμισο του μπαμπά για να ζωγραφίσουμε. Τι νομίζεις τα έχω ξεχάσει;

Όλα είναι εδώ. Μαζί

Χρόνια πολλά υπέροχα παιδιά. Χρόνια μας πολλά μελαγχολικές μαμάδες που ποτέ ο χρόνος δεν θα είναι αρκετός. Χαμογελάστε και «ρουφήξτε τα» όσο είμαστε ακόμα εδώ.